«Us»: Φοβού το αμερικάνικο όνειρο…

Πριν δύο χρόνια, όταν ο Τζόρνταν Πιλ παρουσίασε την πρώτη horror ταινία του, άφησε με ανοικτό το στόμα κόσμο και κοσμάκη: δεν είναι και λίγο πράγμα, ένας τύπος που έχει συνδέσει το όνομά του με κωμωδίες, όχι μόνο να κάνει μια ξαφνική στροφή προς το σινεμά τρόμου αλλά και να παραδίδει μαθήματα για το πως γίνεται το συγκεκριμένο είδος. Διότι το «Get Out» ήταν ακριβώς αυτό: ένα υπόδειγμα horror σινεμά.

Το πραγματικά εντυπωσιακό με εκείνη την δημιουργία του Πιλ δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι τίμησε την πολιτική παράδοση του genre με εξαιρετικά εύστοχο τρόπο αλλά και ότι κατάφερε να την εμβολιάσει με μια ισχυρή δόση καυστικής σάτιρας, χωρίς ποτέ αυτό να αδυνατίσει την ατμόσφαιρά της. Πραγματικά, αριστοτεχνική τήρηση ισορροπιών.

Φυσικά, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς εναντίον του «Get Out» πως πρόκειται για ένα απλοϊκό δείγμα σκέψης, αποτέλεσμα της πολιτικής δηθενιάς που προκύπτει στα χρόνια της πολιτικής ορθότητας για το Χόλιγουντ, η ταινία του Πιλ μόνο αυτό δεν ήταν. Διότι το σκεπτικό του «Get Out» κάθε άλλο παρά καθορισμένο από τα -έτσι κι αλλιώς- στενά όρια της πολιτικής ορθότητας υπήρξε. Το ακριβώς ανάποδο: ήταν τόσο υπερβατικό ως προς αυτά τα όρια που, σε αντίθεση με ορισμένες άλλες «μαύρες» δημιουργίες της εποχής (όπως το υπερτιμημένο «Moonlight»), όχι μόνο δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ποτέ πολιτιστικό «παιδί» των ΗΠΑ του Ομπάμα αλλά αντίθετα, ύψωνε κωλοδάχτυλο σε αυτή την εκδοχή των ΗΠΑ, κατήγγειλε αδιάλλακτα και επιθετικά την υποκρισία της. Με άλλα λόγια, το «Get Out» δεν ήταν απλά μια πολιτική (horror) δημιουργία αλλά κάτι περισσότερο: μια σύνθετη και συζητήσιμη (πέρα και έξω δηλαδή από κοινές και γενικόλογες, ανώδυνες αλήθειες όπως ότι «ο ρατσισμός είναι κακός») πολιτική (horror) δημιουργία.

Οι διευκρινήσεις αυτές αναφορικά με το «Get Out» γίνονται διότι πρέπει να γίνει κατανοητό: μπορεί ο Πιλ να μιλάει ανάλαφρα, μπορεί να μην χρησιμοποιεί μια εξεζητημένη γλώσσα αλλά αυτά που λέει δεν είναι απλοϊκά, ούτε ρηχά. Αν κάποιος δεν είναι σε θέση να διακρίνει τη διαφορά, κινδυνεύει να αποδώσει στον 40χρονο σκηνοθέτη παντελώς άσχετες, σε σχέση με το περιεχόμενο των δημιουργημάτων του, κατηγορίες. Το «Us», η πολυαναμενόμενη ταινία του Πιλ που κάνει ντεμπούτο στις ελληνικές αίθουσες αυτές τις μέρες, είναι δεδομένο πως θα ταλαιπωρηθεί πολύ από αυτό το φαινόμενο.

Σε πρόσφατες συνεντεύξεις του, ο σκηνοθέτης το είχε ξεκαθαρίσει: το «Us» δεν είναι μια ταινία που μιλάει για το ζήτημα του ρατσισμού απέναντι στους μαύρους ανθρώπους. Επίσης, το είχε διευκρινίσει σχετικά συνοπτικά: το «Us» επιχειρεί να εξερευνήσει την αλήθεια πίσω από τη φράση «οι μεγαλύτεροι εχθροί μας είναι οι εαυτοί μας». Για να το πούμε με δικά μας λόγια και με μια διάθεση σύνθεσης των δυο προαναφερθέντων ατακών (αλλά και ερμηνείας της δεύτερης): το «Us» είναι η δημιουργική αναβάθμιση του σκηνοθέτη του, το βήμα προς τα εμπρός που οφείλει να κάνει κάθε καλλιτέχνης με κάθε νέο έργο του, η καθοριστική δήλωση ενός ξεκάθαρα πολιτικού σκηνοθέτη πως δεν έχει καμία διάθεση να είναι μονοθεματικός ως προς αυτά που θίγει.

Από την σύνοψη της ταινίας και μόνο, καταλαβαίνει κανείς πως εδώ έχουμε πράγματι να κάνουμε με κάτι ακόμα πιο σύνθετο σε επίπεδο περιεχομένου από το «Get Out». Και μάλιστα, σε όλα τα επίπεδα: και στο επίπεδο της πλοκής (το επίπεδο της πρώτης ανάγνωσης δηλαδή) και στο πολιτικό επίπεδο (εκείνο της αλληγορίας και των συμβολισμών με άλλα λόγια).

Αυτή είναι η σύνοψη της ταινίας: Μια τετραμελής οικογένεια κάνει τις καλοκαιρινές της διακοπές σε ένα παραθαλάσσιο μέρος. Ένα βράδυ, τέσσερις μυστήριες φιγούρες εμφανίζονται στο εξοχικό τους. Πρόκειται για τέσσερις αλλόκοτους κλώνους των εαυτών τους, μόνο που είναι ομοιόμορφα ντυμένοι, κρατάνε από ένα ψαλίδι και μιλάνε περίεργα (ή δεν μιλάνε καθόλου). Δεν γνωρίζουμε ούτε από που έχουν έρθει, ούτε ποιος είναι ο ακριβής στόχος τους. Αλλά το μόνο βέβαιο είναι πως θέλουν να κάνουν εφιαλτικό το βράδυ της οικογένειας.

Ένα από τα ελάχιστα πράγματα που μαθαίνουμε σχετικά γρήγορα για τα συγκεκριμένα πλάσματα είναι πως έσκασαν μύτη από κάπου κάτω από το έδαφος – φυσικά, τίποτα παραπάνω δεν γίνεται γνωστό και ορθώς: το σασπένς γύρω από το ακριβές origin τους είναι βασικό για να διατηρηθεί η αγωνία της ταινίας. Και όταν οι πρωταγωνιστές ρωτάνε αυτούς τους επικίνδυνους επισκέπτες περί τίνος ακριβώς πρόκειται, ανάμεσα στα ακατανόητα πράγματα που παίρνουν ως απαντήσεις λαμβάνουν και μια σουρεαλιστική μεν, πλήρως ξεκάθαρη δε: «Είμαστε Αμερικάνοι».

Ανεξάρτητα από όλα τα υπόλοιπα λοιπόν, γνωρίζουμε τα βασικά: ετούτα τα πλάσματα είναι Αμερικάνοι που θέλουν να ανελιχθούν, να ξεφύγουν από τον πάτο της κοινωνίας, να μην βρίσκονται πια κάτω από το έδαφος. Και για να το πετύχουν επιτίθενται στους εαυτούς τους, τα αντίστοιχα «εγώ» τους που βρίσκονται λίγο πιο πάνω στην ιεραρχία του κόσμου έτσι όπως είναι δομημένος.

Οι δυο εκδοχές αυτής της πυρηνικής οικογένειας, εκείνη που έχει και το εξοχικό της και το σκάφος της και τα απ’ όλα της και εκείνη που ζει πολύ χαμηλά, κάτω ακόμα και από το ίδιο το έδαφος, θα κάνουν αυτό που λέει το ένστικτό τους (ή μήπως η συνείδησή τους;): θα συγκρουστούν αιματηρά και βίαια. Η μεν πρώτη εκδοχή για να συντηρήσει τα προνόμιά της, η δε δεύτερη για να τα κατακτήσει (και να τα στερήσει από την πρώτη). Η προοπτική της συνύπαρξης φυσικά, δεν υπάρχει. Αυτό άλλωστε θα σήμαινε κατάργηση των (όποιων) ανισοτήτων και ουσιαστικά, καμία πλευρά δεν είναι διατεθειμένη να ζήσει σε ένα κόσμο χωρίς αυτές: το αμερικάνικο όνειρο στην τέλεια εκδοχή του.

Όπως και στο «Get Out», έτσι και εδώ, ο Πιλ καταπιάνεται με το ζήτημα των διαχωρισμών. Μόνο που διευρύνει με εξαιρετικά καθοριστικό τρόπο τον καμβά του. Διότι αν στην προηγούμενη ταινία του είχαμε να κάνουμε με τους διαχωρισμούς αναφορικά με το χρώμα του δέρματος, εδώ κάτι τέτοιο είναι εκτός εξίσωσης. Ίσα-ίσα, εδώ η σύγκρουση γίνεται ανάμεσα σε πλάσματα με το ίδιο χρώμα: ποιος είπε άλλωστε ότι κοινό χρώμα σημαίνει και κοινά συμφέροντα; Ακόμα πιο κυνικά δε, ποιος είπε ότι το μίσος για τους ανώτερους εκκινείται ντε και καλά από διάθεση δικαιοσύνης και όχι από ζήλια, από μια ακαταμάχητη επιθυμία προσέγγισης του μικροαστικού τρόπου ζωής;

Το «Us» πάντως, δεν πρέπει να εκληφθεί ως μια αντικαπιταλιστική (και ταυτόχρονα, οριακά μηδενιστική) προκήρυξη υπό μορφή ταινίας: παρά τις αλληγορικές του διαθέσεις, μια τόσο περιοριστική περιγραφή θα αποτελούσε μεγάλη παρεξήγηση. Διότι πρώτα και κύρια είναι σινεμά φανταστικού και τρόμου και μάλιστα, στα καλύτερά του: ακόμα και αν φύγει από το κάδρο κάθε συζήτηση αναφορικά με τις αλληγορίες του, η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται.

Το μεταφυσικό κομμάτι της ταινίας αποτελεί μια εξαιρετική έμπνευση, οι ανατροπές του σεναρίου είναι πρωτότυπες και πανέξυπνες ενώ η σκηνοθετική ματιά του Πιλ (που σε σημεία, με έναν παράδοξο τρόπο, θυμίζει εκείνη του Λάνθιμου), η οποία είναι επίσης εντυπωσιακά εξελιγμένη σε σχέση με το «Get Out», προσδίδει ατμόσφαιρα που καθηλώνει περεταίρω τον θεατή, ενώ η μουσική ουσιαστικά συν-αφηγείται (μαζί με το σενάριο) την ιστορία. Το τελευταίο μισάωρο της ταινίας δε, η κορύφωσή του «Us», είναι αληθινά αριστουργηματική και εμπεριέχει μια σκηνή πραγματικής κινηματογραφικής ανθολογίας (οι πιο μερακλήδες, ίσως δουν και ορισμένες ομοιότητες με το περσινό -εξίσου αριστουργηματικό- «Annihilation» του Άλεξ Γκάρλαντ).

Για να συνοψίσουμε λοιπόν, το «Us» είναι ένα υπόδειγμα horror κινηματογράφου, ένα μάθημα αναφορικά με τα βασικά συστατικά στοιχεία που οφείλει να έχει το σινεμά τρόμου για να είναι ουσιαστικό και όχι απλά συνονθύλευμα από jump scares: πιάσε όλα εκείνα τα πράγματα που πρέπει να φοβόμαστε στην αληθινή μας ζωή, στην καθημερινότητά μας και κάνε τα horror δημιουργία. Και έτσι, θα έχεις υπηρετήσει το είδος όπως του αξίζει. Κατά τα άλλα, ο Πιλ μιλάει ξεκάθαρα: όταν ζητάς από κάποιον πληροφορίες για την πάρτη του και εκείνος απαντάει πως «είναι Αμερικάνος», όταν αυτό βρίσκει να πει ο ίδιος για να αυτοπαρουσιαστεί, καλό είναι να φοβάσαι.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here