«Top Gun: Maverick»: Κάποιες φορές τα κάνουν όπως παλιά

0

”Δεν τα κάνουν όπως παλιά…”. Πόσες φορές έχουμε ακούσει ή έχουμε πει αυτή την φράση όλοι όσοι νοσταλγούμε τα προϊόντα της ποπ κουλτούρας με τα οποία μεγαλώσαμε. Μέσα σε όλη αυτή την boomer-ια της φράσης αυτής, κρύβεται και μια αλήθεια. Τα blockbuster των 80ς μέχρι την δεκαετία των 00ς είχαν μία απλότητα, η οποία σπανίζει στα σύγχρονα blockbuster. Δεν θα το κρίνουμε ως καλό ή κακό καθώς αυτό είναι ξεκάθαρα υποκειμενικό. Οι εποχές αλλάζουν, όπως και οι αντιλήψεις της κάθε γενιάς για την ποιότητα των ταινιών, σειρών, animation και άλλων καλλιτεχνικών προϊόντων μαζικής κατανάλωσης. Για όσους όμως μεγάλωσαν με τις ταινίες των 80ς και 90ς είναι γεγονός η έλλειψη αυτής της απενοχοιημένης απόλαυσης που έβγαζαν οι ταινίες αυτές.

Ο Tom Cruise είναι ίσως ο τελευταίος μεγάλος σούπερσταρ ηθοποιός που συνεχίζει να υποστηρίζει το είδος αυτό. Ο ίδιος γαλουχήθηκε μες στις δεκαετίες αυτές, ισορροπώντας την καριέρα του ανάμεσα σε πιο ”σοβαρές” ταινίες και σε μεγαλεπήβολα blockbusters. Από την προηγούμενη δεκαετία θα λέγαμε ότι αφοσιώθηκε πλήρως στα blockbusters συμμετέχοντας τόσο ως αγέραστος action star όσο και ως παραγωγός που γνωρίζει ακριβώς τι επιθυμεί το κοινό, παραδίδοντας χορταστικές ταινίες δράσης που κρατάνε αυτή την απλότητα των παλιότερων δεκαετιών, πάντα όμως εκμοντερνισμένες και τηρώντας τα ήθη της εποχής. Το τρανό παράδειγμα είναι η τεράστια επιτυχία του Mission Impossible franchise, όπου τον καθιέρωσε σε νούμερο ένα action star της εποχής μας και καθόλου άδικα, βλέποντας την ψυχή που καταθέτει με τα ριψοκίνδυνα stunts του.

Το πρώτο Top Gun ήταν η ταινία που τον έκανε σταρ στα 80ς. Ο σούπερ ταλαντούχος και συνάμα αλαζόνας πρωταγωνιστής στο πρόσωπο του Maverick, ο έντονος ερωτισμός (straight και ομοφυλοφιλικός), το κλίμα του Ψυχρού Πολέμου και ένα από τα πιο 80ς soundtracks που έχουν βγει ποτέ, ήταν τα βασικά συστατικά της τεράστιας επιτυχίας που σημείωσε όταν κυκλοφόρησε, καθιερώνοντάς την στις συνείδησεις μας ως μία από τις πιο αντιπροσωπευτικές ταινίες της δεκαετίας. Ήταν το τέλειο δείγμα του blockbuster σινεμά της εποχής και ένα χαρακτηριστικό δείγμα απενοχοποιημένης απόλαυσης του κοινού.

36 χρόνια μετά το τοπίο έχει αλλάξει αρκετά. Οι υπερηρωικές ταινίες έχουν κατακλύσει τα σινεμά και τα πάλαι πότε blockbusters έχουν χάσει την αίγλη τους. Οι περισσότερες προσπάθειες αναβίωσης τους είναι δυστυχώς αποτυχημένες με τα στούντιος να χρησιμοποιούν την κληρονομιά των τίτλων τους εντελώς πρόχειρα. Εκ πρώτης όψεως ένα sequel του Top Gun φαινόταν χαμένη υπόθεση. Άλλο ένα αργοπορημένο sequel που θα ξεχνιόταν στην κινηματογραφική λήθη. Όταν όμως έχεις έναν Tom Cruise να το αναλαμβάνει προσωπικά, δεν μπορείς να το υποτιμάς.

Το Top Gun: Maverick είναι μία διπλή νική για το σινεμά. Η πρώτη αφορά την προσπάθεια του Tom Cruise να κρατήσει τον κινηματογράφο ζωντανό απέναντι στον πόλεμο που δέχεται από τις streaming πλατφόρμες, με την άρνηση του να πάει η ταινία σε πλατφόρμα λίγο μετά την πρεμιέρα της, όπως έχει πλέον καθοριστεί το νέο μοντέλο προβολών. Η δεύτερη νίκη είναι η υπενθύμιση ότι το κοινό θα γεμίσει τις αίθουσες για να απολαύσει ένα απλοϊκό blockbuster χωρίς την προϋπόθεση να υπάρχει το όνομα ενός υπερήρωα στον τίτλο ή η ταινία να αποτελεί κομμάτι ενός κινηματογραφικού σύμπαντος, prequel, requel, spin-off κλπ κλπ. Το sequel του Top Gun είναι αγνό, παραδοσιακό blockbuster, βγαλμένο από μια άλλη εποχή, πλήρως όμως εναρμονισμένο με το σήμερα.

Η ιστορία ακολουθεί την πρώτη ταινία με τον Tom Cruise να συνεχίζει να πιλοτάρει και να είναι ακόμα το ίδιο απείθαρχος. Αυτή την φορά επιστρέφει στην σχολή του Top Gun ως δάσκαλος με το χρέος να οδηγήσει την νέα γενιά πιλότων σε μία ”επικίνδυνη αποστολή” (καταλάβατε τι κάναμε εδώ, έτσι) απέναντι σε μία εχθρική χώρα, η οποία, όπως και στην πρώτη ταινία, δεν κατονομάζεται ποτέ. Δεν έχουν όμως καθόλου σημασία οι υποβόσκουσες πολιτικές προεκτάσεις εδώ πέρα. Το μόνο που έχει σημασία είναι η ένταση, η αδρεναλίνη, η συγκίνηση και οι feel good στιγμές και το ”Top Gun: Maverick” έχει μπόλικες από αυτές.

Ο Tom Cruise σηκώνει εύκολα στις πλάτες του την ταινία, όπως μας έχει συνηθίσει άλλωστε, και πέρα από ιδανικός πρωταγωνιστής, αποδεικνύεται και ιδανικός καθοδηγητής για την νέα γενιά. Το υπόλοιπο καστ αποτελεί ουσιαστικά ένα αναμάσημα των παλιών χαρακτήρων, με τον γιο του Goose (του κολλητού του Maverick στην πρώτη ταινία) να είναι το επίκεντρο και οι υπόλοιποι να είναι απλά εκεί με εξαίρεση τον χαρακτήρα του ”Hangman”, μιας πιο μαλακισμένης εκδοχής του Iceman του Val Kilmer. Η Jennifer Connely βρίσκεται εκεί για να συμπληρώσει το love story της ταινίας, το οποίο έχει ελάχιστη βαρύτητα αλλά η παρουσία της είναι αρκετή για να προσδώσει στην μεταξύ τους σχέση. Επίσης έχουμε μικρές εμφανίσεις από τους Ed Harris και Val Kilmer με το cameo του δεύτερου να είναι αναμφίβολα η πιο συγκινητική στιγμή της ταινίας, δεδομένων των δυσκολιών που περνάει ο ηθοποιός στην πραγματική ζωή.

Ενώ το ”Top Gun” του ’86 φαίνεται εντυπωσιακό μέχρι και σήμερα χάρη στην στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία του αείμνηστου Tony Scott, το δεύτερο είναι ένα πραγματικό επίτευγμα σε αυτό τον τομέα. Η πρώτη ταινία φαίνεται περισσότερο σαν μια διαφήμιση της αμερικάνικης αεροπορίας (που είναι) ενώ η δεύτερη σε βάζει μέσα στο κλίμα μιας τέτοιας κατάστασης. Η απουσία ψηφιακών εφέ και η χρήση αναλογικών βοήθησε στο να δούμε ένα πραγματικό υπερθέαμα, παρακολουθώντας τους ηθοποιούς να δέχονται όλα τα g των μαχητικών αεροπλάνων και μεταφέροντας μας την αδρεναλίνη μιας τέτοιας εμπειρίας. Γι αυτό και προτείνεται αποκλειστικά στα σινεμά, καθώς όσο μεγάλη τηλεόραση και ηχοσύστημα να χεις, η εμπειρία αυτή είναι φτιαγμένη για να βιωθεί στις σκοτεινές αίθουσες.

Το Top Gun: Maverick ανήκει σε εκείνες τις περιπτώσεις των sequels 80ς ταινιών που ανεβάζουν επίπεδο τους προκατόχους τους. Εδώ το στήσιμο των χαρακτήρων είναι πιο σοβαρό και οι σχέσεις μεταξύ τους χτίζονται καλύτερα, μια αντίστοιχη περίπτωση του Cobra Kai ως sequel των ταινιών Karate Kid. Οι cheesy στιγμές είναι αισθητά λιγότερες σε σχέση με την πρώτη ταινία, βγάζοντας μία σοβαροφάνεια δίχως να γίνεται ποτέ πραγματικά σοβαρό. Έτσι κι αλλιώς Top Gun βλέπουμε, η σοβαροφάνεια δεν είναι απαραίτητη.

Το sequel του Top Gun δεν διεκδικεί κανένα βραβείο πρωτοτυπίας, δεν έχει κάτι καινούργιο να προσφέρει στο κοινό από θέμα σεναρίου, δεν είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί. Στο τέλος όμως σου μένει μία αγνή κινηματογραφική εμπειρία, όπως αυτές που γυρίζονταν κάποτε χωρίς θεωρίες, χωρίς σύμπαντα και πολυσύμπαντα, γεμάτο συναίσθημα και αδρεναλίνη. Και βλέποντας το, συνειδητοποίησαμε πόσο πολύ μας είχε λείψει και πόσο αναγκαίο είναι να υπάρχει αυτό το σινεμά.