«The Truman Show»: Έφοδος στις παρυφές του κόσμου μας

«… το θέαμα δεν μπορεί να εννοηθεί ως κατάχρηση ενός κόσμου της όρασης, ως το προϊόν των τεχνικών μαζικής διάχυσης εικόνων. Είναι μάλλον μια κοσμοθεώρηση που έγινε πραγματική, που εκφράστηκε υλικά. Είναι μια θεώρηση του κόσμου που έγινε αντικειμενική»

Γκι Ντεμπόρ, «Η Κοινωνία του Θεάματος»

Το διαμάντι που ονομάζεται Truman show κυκλοφόρησε το 1998, σε σκηνοθεσία Πίτερ Γουίαρ, σενάριο Άντριου Νίκολ, με πρωταγωνιστές τους Τζιμ Κάρεϋ (Τρούμαν), Λόρα Λίνεϊ (Μέρυλ, σύζυγος του Τρούμαν), Εντ Χάρις (Κριστόφ, ο δημιουργός του Τρούμαν σόου), Νόα Έμεριχ (Μάρλο, ο κολλητός του Τρούμαν) και Νατάσα Μακελόουν (Λόρεν/Σύλβια, συμφοιτήτρια του Τρούμαν και ανεκπλήρωτος έρωτάς του). Οι 2 προηγούμενες ταινίες του Κάρεϊ (Liar Liar & The Cable Guy) ήταν ήδη μικρές δονήσεις από τη φυσική κωμωδία, για την οποία είχε καταξιωθεί στις συνειδήσεις του κοινού, με την εξαιρετική και παραγνωρισμένη μαύρη κωμωδία The Cable Guy να αποτελεί προφήτη αυτού που θα ακολουθούσε. Το Truman Show επανασύστησε τον Κάρεϊ στο κοινό ως έναν ηθοποιό με εύρος. Σε αυτό το σημείο ολοκληρώνεται η λιγότερο «υστερική» ή οριακή του προσέγγιση στους ρόλους και αποδεικνύει ότι μπορεί να ερμηνεύσει με επιτυχία τόσο την κωμωδία όσο και το δράμα.

Το σενάριο είναι φανταστικά φτιαγμένο και δεν έχει καμία απολύτως ανάγκη να βασιστεί σε ανατροπές ή να παίξει κρυφτό με τον θεατή. Θα μπορούσε κάλλιστα να έχει μια δομή που στηρίζεται σε μια σειρά αλλόκοτων γεγονότων στη ζωή ενός καθ’ όλα εύθυμου και προβλέψιμου τύπου, που ζει μια ζωή ύποπτα τακτοποιημένη και καναλιζαρισμένη, τα οποία στην πορεία οδηγούν σε μια μεγάλη αποκάλυψη: ότι όλη του η ζωή είναι ένα ριάλιτι σόου μ’ εκείνον πρωταγωνιστή. Η αποκάλυψη εδώ δεν αφορά τα γεγονότα, αλλά τα συναισθήματα που δημιουργούνται στον θεατή. Η ταινία ποτέ δεν κρύβει το τι συμβαίνει στην πλοκή, το πρώτο γεγονός που προδίδει ότι είμαστε σε στούντιο συμβαίνει ήδη στο πρώτο 5λεπτο. Συναισθηματικά ωστόσο διαρκώς χτίζει εντός του θεατή και τον αναγκάζει να βιώσει το τραύμα του Τρούμαν σε μια ζωή που του επιβλήθηκε, όπου το στούντιο είναι το σύμπαν και η φυλακή του, δεσμά του τα συναισθήματα και οι τρόμοι που του μπουκώνουν άλλοι καθημερινά στο λαρύγγι, θεός του είναι ο παραγωγός και σκηνοθέτης Κριστόφ (ερμηνεύεται από τον υπέροχο Εντ Χάρις), ευαγγέλιο οι διαφημίσεις, η αγάπη είναι μια πλοκή του σεναρίου και ο έρωτας μια εκτροπή απ’ αυτό.

Οτιδήποτε συμβαίνει στην ταινία δεν υπάρχει ποτέ για να περατώσει απλά την ιστορία. Αντιθέτως ενσωματώνεται οργανικά σε ό,τι συμβαίνει. Το καταπληκτικά συνεκτικό και απέριττο σενάριο πλαισιώνεται υπέροχα από τη μουσική, τη φωτογραφία και την υποκριτική, που συντονίζονται μαεστρικά από τη σκηνοθεσία. Όλα τα στοιχεία χρησιμοποιούνται ώστε να εξυπηρετήσουν το κεντρικό στυλιζάρισμα. Η μουσική είναι συχνά δραματική με προφανή τρόπο, η φωτογραφία επιτηδευμένη και η υποκριτική, εκτός του Τρούμαν που δεν είναι ηθοποιός (τουλάχιστον εκούσια) και όσων δεν ζουν στην πόλη-στούντιο του Σηχέηβεν, στημένη και εξαναγκαστική προς την κατεύθυνση που γράφει το σενάριο, συχνά με αφύσικο τρόπο, ακριβώς επειδή όλα είναι συστατικά ενός σόου. Αρχικά έχουμε 3 επίπεδα: τον πραγματικό κόσμο, την ταινία και την εκπομπή, αλλά σταδιακά αρχίζουν να θολώνουν τα σύνορά τους με τα 2 τελευταία να τείνουν τελικά να ταυτιστούν. Έτσι γίνεται κι ο θεατής της ταινίας συνένοχος, παρακολουθεί κι ο ίδιος τη ζωή του Τρούμαν, αφού η δομή του σόου κι αυτή της ταινίας όλο και περισσότερο επικαλύπτονται. Και εκτός της πρόζας, υπηρετούν και τη στάση της ταινίας απέναντι στα mass media και τη θεαματική κοινωνία.

Αν η δομή και η καλλιτεχνική παρουσίαση κατασκευάζουν μια εξαιρετική ταινία, αυτή μετασχηματίζεται σε αριστούργημα, όταν ξεκλειδώνονται οι θεματικές της. Αυτές είναι πολύ κοντά στο πνεύμα του καταστασιακού φιλοσόφου Γκι Ντεμπόρ και στο έργο του «Η Κοινωνία του Θεάματος». Ξεκινάμε ήδη από τους τίτλους αρχής. Με ένα κόλπο «μέτα» μας λένε ότι παραγωγός της ταινίας είναι ο Κριστόφ, ο δημιουργός του Truman Show, τοποθετώντας μας ήδη από την αρχή στη θεαματική κοινωνία. Κεντρικό στοιχείο του πνεύματος στην «Κοινωνία του Θεάματος» είναι ότι η πραγματική ζωή και ό,τι κάποτε βιωνόταν άμεσα έχει αντικατασταθεί από αναπαραστάσεις. Αυτό ακριβώς είναι το Τρούμαν σόου στον πυρήνα του. Όλος ο κόσμος το παρακολουθεί, το καταβροχθίζει κυριολεκτικά, ζώντας όχι μέσα από την πραγματικότητα, αλλά από αναπαραστάσεις της. Ξυπνάνε, δουλεύουν, τρώνε, κάνουν μπάνιο και κοιμούνται μπροστά από την τηλεόραση. Στην καταναλωτική κοινωνία σκοπός δεν είναι το βίωμα αλλά η κατοχή αγαθών. Και ο φετιχισμός του εμπορεύματος είναι καταφανής στην εκπομπή. Οι δίδυμοι ηλικιωμένοι κολλάνε τον Τρούμαν στη διαφημιστική αφίσα κάθε πρωί που τον συναντάνε ώστε να στηθεί το διαφημιστικό πλάνο, ο κολλητός του εξυμνεί τη μάρκα μπύρας που πίνουν κάθε (μα κάθε) φορά που τον συναντά με μια εξάδα, η γυναίκα του καταφεύγει σε προτάσεις προϊόντων όταν έχουν καβγά. Στη θεαματική κοινωνία η ποιότητα ζωής είναι τόσο χαμηλή (κι αυτό μπορεί να εκληφθεί τόσο με υλικούς όσο και με πνευματικούς όρους), τόσο τυποποιημένη και μη-αυθεντική που η γνώση και η κριτική σκέψη φυλλοροούν. Ο Ντεμπόρ θεωρεί ότι το θέαμα επισκιάζει το παρελθόν και το συγχωνεύει με το μέλλον, δημιουργώντας μια αίσθηση αιώνιου παρόντος, το οποίο εμποδίζει τα άτομα από τη συνειδητοποίηση πως η κοινωνία του θεάματος είναι μια στιγμή στον χρόνο που μπορεί να ανατραπεί με μια επανάσταση.

Για τη θεαματική κοινωνία το μάρκετινγκ στο παρόν έχει αναλάβει τον ρόλο που είχε η θρησκεία στο παρελθόν. Το όνομα του ίδιου του πρωταγωνιστή είναι μάρκετινγκ. Λέγεται Τρούμαν (πραγματικός άνδρας), φτιάχνοντας ένα brand name που σκοπό έχει να υπενθυμίζει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της εκπομπής: ότι καινοτομεί σχετικά με τη χρήση της πραγματικής ζωής ενός ανθρώπου ως σκελετό σεναρίου. Και φυσικά μέσα στην εκπομπή η διαφήμιση έχει ιδιαίτερη θέση.

Σύμφωνα με τον Ντεμπόρ οι μονοθεϊστικές θρησκείες αποτέλεσαν έναν συμβιβασμό μεταξύ ιστορίας και μύθου. Καλλιεργήθηκαν στα χωράφια της ιστορίας και εγκαταστάθηκαν εκεί, μαχόμενες σθεναρά εναντίον της. «Η καλλιέργεια της γνώσης αναφορικά με την κοινωνία, η οποία περιλαμβάνει την ιστορία ως καρδιά του πολιτισμού, αποκομίζει από μόνη της μια μη αναστρέψιμη γνώση, που εκφράζεται από την καταστροφή του Θεού». Και ο Τρούμαν εδώ καταλήγει να πολεμά τον Θεό. Ο Τρούμαν εξεγείρεται και για να το κάνει θα αναγκαστεί να πολεμήσει τους μεγαλύτερους φόβους του. Έχει ως πυξίδα τον ανεκπλήρωτο έρωτά του, τη Σύλβια (την οποία γνώρισε στο σόου ως Λόρα και ερωτεύτηκαν εκτός σεναρίου με αποτέλεσμα την απομάκρυνσή της). Εκείνη λειτουργεί ως άγκυρα στον κόσμο του πραγματικού. Μέσα στον πλαστό κόσμο που του έχουν κατασκευάσει ζει για πρώτη φορά ένα πηγαίο και πραγματικό συναίσθημα. Σαλπάρει, διασχίζοντας τη θάλασσα που τόσο φοβάται, επιβιώνει από τεχνητές καταιγίδες που του στέλνει ο θεός του, ο Κριστόφ, και φτάνει στην άκρη του κόσμου του για να ξαναγεννηθεί στην άλλη πλευρά. Και αυτό το επιτυγχάνει αφού πρώτα αναμετρηθεί με τον δημιουργό του. Έναν δημιουργό που είναι ελεεινό τέρας, ένα ναρκισσιστικό κάθαρμα, που κομπάζει ότι ξέρει το δημιούργημά του καλύτερα του από ό,τι ξέρει το ίδιο τον εαυτό του. Που για να εξυπηρετήσει τα ποταπά κίνητρα του Εγώ του, εξουσιάζει ολοκληρωτικά τη ζωή ενός ανθρώπου κι έχει και το θράσος να ισχυρίζεται πως αυτό είναι κάτι μαγικό, πως του προσφέρει μια όμορφη ζωή. Τελικά ο Δημιουργός είναι μια έκφραση της Εξουσίας, του κυνισμού και της αυθαιρεσίας της. Ο Τρούμαν επιλέγει να ολοκληρώσει την εξέγερση και καταστρέφει τον Θεό.

Η ταινία αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται απλά για μια ιστορία προσωπικής απελευθέρωσης, αλλά για περιγραφή όλης της κοινωνίας ως όμηρο του θεάματος. Στον επίλογο προκαλούνται αντιφατικά συναισθήματα: ανακούφιση διότι ο ήρωας που ακολουθούμε καταφέρνει να διαφύγει από το πλατό και την επίπλαστη ζωή, αλλά και απόγνωση γιατί οι θεατές δεν διαφεύγουν από την εικόνα ως κοινωνική σχέση. Όταν το σόου διακόπτεται οριστικά εκείνοι αναρωτιούνται ακλόνητοι τι άλλο παίζει στην τηλεόραση και αλλάζουν κανάλι. Ζουν για την εικόνα, δεν διδάχτηκαν από την όλη ιστορία, η εξέγερση του Τρούμαν δεν τους άγγιξε πραγματικά, και παθητικά αναπαράγουν την παθογένεια. Τελικά οι ατομικές εξεγέρσεις είναι απαραίτητες, όχι όμως λιγότερο από τις συλλογικές. Αντιθέτως, οι συλλογικές είναι μάλλον σημαντικότερες γιατί χωρίς αυτές δεν θα καταπολεμηθεί αυτό που δημιουργεί την κοινωνία της εκμετάλλευσης και την ανάγκη της ατομικής εξέγερσης.

Καλημέρα και σε περίπτωση που δεν τα πούμε: καλό απόγευμα, καλησπέρα και καληνύχτα!

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here