«The Lighthouse» ή ο Γκοντό δεν θα ‘ρθει

Το The Lighthouse είναι η δεύτερη σκηνοθετική δουλειά του Ρόμπερτ Έγκερς. Πρωταγωνιστές είναι δύο σπουδαίοι ηθοποιοί, ο Γουίλεμ Νταφόε (Τόμας Γουέικ) και ο Ρόμπερτ Πάτινσον (Τόμας Χάουαρντ/Εφραίμ Γουίνσλοου). Αν και πρόκειται για ταινία του 2019, η καλλιτεχνική επιλογή ήταν το γύρισμά της να εκτελεστεί με ασπρόμαυρο φιλμ σε τετράγωνες διαστάσεις 1:1 αντί για το κλασσικό πλέον 1,78:1 του σύγχρονου σινεμά. Πρόκειται για μια μεθοδολογία η οποία προσδίδει επιτυχώς την αίσθηση της εποχής κατά την οποία λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα της ταινίας (τέλη 19ου αιώνα) και κατακλύζει την οθόνη με τον ιδιότυπο εγκλεισμό και κλειστοφοβία που αφηγείται.

Καλλιτεχνικά πρόκειται για αγνό όραμα, με μια αποτύπωση που μόνο η ελεύθερη δημιουργία μπορεί να επιτύχει. Στο sound design έχει δοθεί μεγάλη έμφαση, ο ήχος καταλήγει να είναι αναπόσπαστο σημείο της αφήγησης, άλλοτε μαγνητικά, άλλοτε προκαλώντας τρόμο και άλλοτε σύγχυση, ενώ η μουσική διαπλέκεται με τους ήχους περιβάλλοντος, διαθέτοντας η ίδια έντονα στοιχεία ambience. Δεν πρόκειται για καθαρές μελωδίες, αλλά για εναλλαγές μελωδίας με ήχους φύσης, μηχανών ή έμβιων όντων. Φωτογραφικά έχουμε απροκάλυπτο στυλιζάρισμα, δεν πρόκειται για «φυσικά» πλάνα, αλλά για προσεκτικά επιλεγμένα ώστε να δίνουν συχνά μια αίσθηση δυναμικής στατικότητας. Είναι σαν να υπάρχει διαρκής αναβρασμός, αλλαγές και αναταραχή μέσα σε ένα κλειστό δοχείο, το οποίο παραμένει αμετάβλητο εξωτερικά. Και φυσικά δουλεύει υπέροχα συσχετιζόμενο και με το περιεχόμενο.

Όλα τα υπόλοιπα καλλιτεχνικά είναι στημένα άρτια και αποτελούν το ιδανικό καλούπι για να αναδειχθεί το σημαντικότερο στοιχείο που ορίζει την τέχνη, η ανθρώπινη κατάσταση. Έτσι έχουμε μια ιστορία η οποία έχει στο επίκεντρό της ανθρώπινες μορφές και είναι κατασκευασμένη με τρόπο που είναι μάλλον το όνειρο του ηθοποιού.

Οι χαρακτήρες είναι δίχως καμία απολύτως αμφισβήτηση το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, παραδίδονται ελεύθερα, χωρίς περιστροφές, χωρίς εξωραϊσμούς και με την κάμερα εντελώς αφοσιωμένη στις ερμηνείες. Οι δύο πρωταγωνιστές τα δίνουν όλα. Από τη μία έχουμε τον τιτάνα Νταφόε που ερμηνεύει μια παλιομοδίτικη, στερεοτυπικά ναυτική και εξαιρετικά αυταρχική φιγούρα, ο οποίος δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας σε συνθήκες αδιανόητα πολύπλοκες. Η ερμηνευτική του δεινότητα συσκοτίζει το περιβάλλον γύρω του και η σιλουέτα του μοιάζει να γιγαντώνεται και να αποκτά μυθικές διαστάσεις. Από την άλλη έχουμε τον βαθιά υποτιμημένο Πάτινσον, ο οποίος συνδυάζει με κάποιον μαγικό τρόπο την ενοχή με την αθωότητα και στέκεται ισότιμα απέναντι στη σαρωτική ερμηνεία του Νταφόε, μοιραζόμενος κατά το ήμισυ το φορτίο της αφήγησης.

Και κάπως έτσι έχει στηθεί το καλούπι που φιλοξενεί το έτερο σημαντικό μέρος της ταινίας, το περιεχόμενο. Η περίληψη ενός τέτοιου σεναρίου είναι δύσκολο εγχείρημα, αλλά σε πρώτο επίπεδο αυτά που αποτυπώνονται στην οθόνη έχουν ως εξής: ο Τόμας Γουέικ είναι γέρος φαροφύλακας σε απομονωμένο σημείο μακριά από τον πολιτισμό. Ο μόνος άλλος άνθρωπος στη νησίδα ήταν ο βοηθός του, ο οποίος τρελάθηκε και αυτοκτόνησε κι έτσι καταφθάνει ως νέος βοηθός ο Εφραίμ Γουίνσλοου.

Οι δυο τους αποκλείονται για πολλούς μήνες περιμένοντας μέρα με τη μέρα τη βάρκα να παραλάβει τον Γουίνσλοου του οποίου η θητεία έχει ολοκληρωθεί, αλλά δεν μπορεί να φύγει εξαιτίας της υπερβολικής κακοκαιρίας. Σε αυτή τη διάρκεια αναπτύσσουν μια σχέση που βασίζεται στον ανταγωνισμό και στην κακοποίηση. Κατά την ανάπτυξη αυτής της σχέσης, και όσο ο Γουέικ αντιμετωπίζει τον βοηθό του με διαρκή αυταρχισμό και καψόνια – σωματικά και ψυχολογικά, αποκαλύπτεται το παρελθόν του Εφραίμ Γουίνσλοου. Το πραγματικό του όνομα είναι Τόμας Χάουαρντ και ήταν ξυλοκόπος που άλλαξε επάγγελμα και έφυγε από τον Καναδά όπου βρισκόταν μετά από τον θάνατο ενός άλλου ξυλοκόπου που θα μπορούσε να είχε αποτρέψει, του αληθινού Εφραίμ Γουίνσλοου. Στην πορεία ο «Εφραίμ Γουίνσλοου» χάνει σταδιακά τα λογικά του, βυθίζεται βίαια στον αλκοολισμό, παραδίδεται στα οράματά του και απαιτεί με ολοένα μεγαλύτερη επιτακτικότητα να επισκεφθεί το φως του φάρου. Με ακόμα μεγαλύτερη και ύποπτη επιμονή ο αρχιφαροφύλακας Τόμας Γουέικ του το αρνείται σε κάθε του αίτημα και σε όλους τους τόνους. Η σχέση των δύο καταλήγει στα άκρα και ο βοηθός δολοφονεί τον προϊστάμενό του, επισκέπτεται το φως και καταδικάζεται στο αιώνιο βασανιστήριο του Προμηθέα.

Το σενάριο της ταινίας μπορεί να προσληφθεί με διαφορετικούς τρόπους και ευσταθούν όλοι. Μπορεί να γίνει αντιληπτό ως ένα ευθύ ναυτικό παραμύθι, όπου γεγονότα, δεισιδαιμονία και ναυτικός μύθος διαπλέκονται και κατασκευάζουν ένα ψηφιδωτό του θαλάσσιου δέους και της υπεροπλίας της φύσης έναντι του ανθρώπου. Μπορεί επίσης να ερμηνευτεί ως ματιά στην ανθρώπινη κατάσταση, την αναζήτηση ταυτότητας και τις σχέσεις εξουσίας με ρεαλιστική πρόζα αλλά αφήγηση που ξεφεύγει απ’ τον ρεαλισμό και έχει ως σημείο αναφοράς το ονειρικό και το φαντασιακό. Μπορεί εξίσου όμως να ιδωθεί και ως μια παραβολή στους διαδρόμους του μυαλού, όπου η πραγματικότητα και η φαντασία καταργούν τα μεταξύ τους σύνορα και ανακατεύονται στη δίνη της ψυχικής διαταραχής σε μια ιστορία κατάβασης στην τρέλα. Η πιο «χορταστική» θέαση της ταινίας συμβαίνει όταν οι παραπάνω ερμηνείες συνδυαστούν σε μια πολυεπίπεδη ιστορία.

Έχουμε λοιπόν έναν ναυτικό εφιάλτη με έντονα μεταφυσικά σημεία, τα οποία μερικώς είναι φορείς συμβολισμού και μερικώς αποτυπώνουν την εκφυλιστική τροχιά της πνευματικής υγείας του Τόμας Χάουαρντ. Για την ταινία δεν έχει τόση μεγάλη σημασία η αρχή και το τέλος, μιας και δείχνει προτίμηση σε μια πιο κυκλοειδή προσέγγιση της σκέψης. Αυτό φυσικά δημιουργεί έναν παραλογισμό, ο οποίος μοιάζει πολύ με το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμιουελ Μπέκετ, το οποίο σε έναν βαθμό φαίνεται να διασκευάζει ο Έγκερς. Εκεί, όπως κι εδώ οι δύο ήρωες περιμένουν μάταια κάτι. Προσβλέπουν διαρκώς σε ένα πρόσωπο (ή σε μία κατάσταση) που δεν έρχεται ποτέ και η αναμονή αυτή δημιουργεί γεγονότα. Μια μάταιη και ψευδής προσμονή δημιουργεί πραγματικά συναισθήματα και σκέψεις. Πρόκειται για μια σύνοψη μιας έκφανσης της ζωής. Αυτό που απασχολεί περισσότερο την ιστορία εδώ είναι το ταξίδι, η πορεία, όχι το πώς ξεκίνησαν όλα ή πού καταλήγουν. Αυτά είναι αβέβαια, είναι μετα-αφηγήσεις του μυαλού στον εαυτό του και αποτυπώνονται ως συμβολισμοί. Για την ιστορία όμως δεν έχει σημασία τι πραγματικά έχει συμβεί και τι είναι αποκύημα φαντασίας. Το σημαντικό είναι ότι τα πράγματα έτσι τα βιώνει ο Τόμας Χάουαρντ. Εκείνου τα βήματα ακολουθούμε, η συνείδηση εκείνου θα μας πει τι προσλαμβάνει και αναπόφευκτα μέσα από τα δικά του αναλυτικά εργαλεία θα ερμηνεύσουμε τα γεγονότα.

Ο Τόμας Χάουαρντ προσπαθεί να διαφύγει από το παρελθόν του. Κατά τη φυγή του όμως έχει οικειοποιηθεί το όνομα του θύματός του, Εφραίμ Γουίνσλοου. Αυτό μπορεί να διευκολύνει τη ρεαλιστική πρόσληψη του σεναρίου, μιας και συνεπάγεται έτοιμη περσόνα με χαρτιά και παρελθόν για τον Χάουαρντ, ωστόσο μαρτυρά και την ενοχική διαδρομή του χαρακτήρα. Ένα βάρος που αναγκάζεται να υπομένει κάθε φορά που τον προσφωνούν, μια υπενθύμιση των ενοχών του. Κατά την απόδρασή του κατέληξε στον φάρο, ένα σύμβολο καθοδήγησης, μια ελπίδα για τα λογικά του. Τριγύρω ωστόσο βρίσκεται πολιορκημένος από νερό. Όσο ο Χάουαρντ χάνει την επαφή με τη λογική, τόσο το υδάτινο στοιχείο γίνεται και πιο έντονο. Κεντρικό σημείο σε αυτό είναι ο φόνος του γλάρου, και μάλιστα με ιδιαίτερη βιαιότητα. Ο γλάρος είναι πτηνό που εντοπίζεται στη θάλασσα, αλλά για να επιβιώσει χρειάζεται γη, έτσι η ύπαρξή του δηλώνει ότι κάπου κοντά υπάρχει στέρεο έδαφος. Είναι κατά κάποιο τρόπο ο συνδετικός κρίνος του υδάτινου με το στερεό στοιχείο. Δολοφονώντας τον γλάρο ο Χάουαρντ χάνει την επαφή του με τη γη, και το νερό αρχίζει να κυριαρχεί. Οι μουσώνες, οι καταιγίδες και οι τρικυμίες γίνονται σφοδρότερες παράλληλα με την εξέλιξη της πνευματικής αστάθειάς του και τελικά, στο σημείο που χάνει τελείως τον έλεγχο του εαυτού του, η νησίδα και ο φάρος πλημμυρίζουν ολοκληρωτικά. Το τελευταίο καταφύγιο δεν είναι πια ασφαλές, η τρέλα αναλαμβάνει τα ηνία για τα καλά. Ο Χάουαρντ δεν μπορεί πια να ξεφύγει από το μυαλό του, η βάρκα διαφυγής καταστράφηκε και ο βαρκάρης δεν έρχεται για να τον παραλάβει.

Ο Τόμας Γουέικ είναι ο αυταρχικός δεισιδαίμων θαλασσόλυκος, είναι όμως και ο φαροφύλακας, εκείνος που φυλάει το φως, ο υπεύθυνος για τη νοητική ευστάθεια του Χάουαρντ. Είναι κι ο εχθρός του, ανταγωνίζονται και διαγκωνίζονται σε μια παρτίδα εξουσίας χωρίς όρια για το ποιος θα ελέγξει το φως. Είναι ο εαυτός του, αυτό προδίδεται από την ξαφνιασμένη έκφραση του Χάουαρντ όταν διαπιστώνει πως εκείνος κι ο Γουέικ είναι συνώνυμοι. Ο Γουέικ είναι παράλληλα είναι κι ο Πρωτέας, ο γέρος θεός προστάτης της θάλασσας, η πρώτη ύλη όλων και κατά συνέπεια και η πρώτη ύλη για τον ίδιο. Όταν τον δολοφονήσει δεν θα έχει καμία προστασία πια απ’ τη θάλασσα και θα έχει νικηθεί απ’ τον εαυτό του. Εδώ συμβαίνει και μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή ρόλων. Στον φάρο οι φύλακες είναι ο Τόμας κι ο Εφραίμ, ακριβώς όπως και στο δάσος του Καναδά, ήταν τα ίδια πρόσωπα. Ο Χάουαρντ ξαναζεί τα γεγονότα μέσα στο μυαλό του. Κι αυτή τη φορά είναι ο Τόμας που αποκαλεί τον Εφραίμ σκύλο. Τώρα όμως ο Τόμας δολοφονεί τον Τόμας. Πρόκειται για μια πνευματική αυτοκτονία όπως θα ‘λεγε κι ο Αλμπέρ Καμί.

Η σχέση των δύο κατακλύζεται από το βασικό χαρακτηριστικό της μάχης με τον εαυτό. Την κακοποίηση που στρέφεται εναντίον του, τη βύθιση στην αυτοταπείνωση, και φυσικά την απώλεια την ταυτότητας. Η εικόνα του Εγώ γίνεται τόσο ρευστή όσο η φουσκωμένη θάλασσα. Και παράλληλα με την αναζήτηση της ταυτότητας έρχεται και η αμφισβήτηση κάθε δεδομένου. Κατά την αναζήτηση αυτή οι δύο Τόμας αναπτύσσουν μια σχέση ανδρικού ανταγωνισμού μεταξύ τους. Ο ίδιος ο φάρος παρουσιάζεται ως φαλλικό σύμβολο. Ο καθένας προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι το ηγεμονικό αρσενικό, όσο παράλληλα συνυπάρχει διάχυτο το μεταξύ τους ερωτικό στοιχείο. Αυτό ενοχοποιείται αφού όταν πάει να εκφραστεί, η τρυφερότητα μετατρέπεται σε πυγμαχικό αγώνα, παλινδρομώντας κατ’ επανάληψη από το φλερτ στην ηγεμονία. Η πάλη για την ηγεμονία σταδιακά κυριαρχεί σε όλες τις εκφάνσεις της μεταξύ τους αλληλεπίδρασης και καταλήγουν να αψιμαχούν με οποιαδήποτε αφορμή, προσπαθώντας να κερδίζουν σε ισχύ κάθε αντιπαράθεση, τοποθετώντας ο ένας τον άλλο σε θέση αδυναμίας κάθε μορφής, ερωτικής, επαγγελματικής, διαλεκτικής, φυσικής. Ταλαντεύονται μεταξύ ανάγκης αποδοχής, ισχύος μέσω ματαίωσης και εξουσιαστικής κυριαρχίας.

Τα αφηγηματικά εργαλεία σχολιάζουν τις σχέσεις εξουσίας, την πρόσληψη αρσενικού και θηλυκού, τον αρσενικό ανταγωνισμό. Η ιστορία είναι μια διατριβή στο τραύμα, στα όρια του νου και τη συμμετοχή του στον σχηματισμό μιας πραγματικότητας. Στις πράξεις που δεν επανορθώνονται. Στις χαμένες μάχες με τον εαυτό μας. Στις πάλεις με τον εαυτό μας που καταλήγουν σε αποτυχία και επικράτηση της φουρτούνας. Στη μάταιη προσμονή της βάρκας διάσωσης. Στην ύβρη που διαπράττουμε όταν απομονωνόμαστε και αποκλείουμε τον εαυτό μας. Στην αυτοαναφορά και τον εγκλωβισμό. Και τελικά το φως που τόσο προσδοκούσαμε πως θα είναι φάρος και καθοδηγητής μας καταδικάζει σε ατέρμονο βασανιστήριο. Το φορτίο της ύπαρξης γίνεται δυσβάσταχτο και μας κατασπαράσσει κάθε μέρα τα σωθικά, σαν τον Προμηθέα.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here