«The Last of Us»: Βρίσκοντας νόημα στα ερείπια του κόσμου

0

Η φιλόδοξη live-action μεταφορά ενός εκ των κορυφαίων videogames των καιρών μας ήταν αντάξια των υψηλών προσδοκιών.

Εδώ και μια δεκαετία τα videogames περνάνε μια μεγάλη άνθιση. Η βιομηχανία του gaming έχει ανεβάσει σε υψηλά επίπεδα τον ποιοτικό πήχη των σύγχρονων videogame τίτλων, ξεπερνώντας πολλές φορές σε επιτυχία και εντυπωσιασμό αντίστοιχα κινηματογραφικά μπλοκμπάστερς. Τίτλοι όπως τα ”God of War”, ”Witcher”, ”Ghost of Tsushima”, ”Red Dead Redemption’, κερδίζουν το ενδιαφέρον όχι μόνο των απανταχού gamers αλλά και ανθρώπων που αποφάσισαν να ασχοληθούν για να ξεφύγουν από την παθητική ψυχαγωγία του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Για να μην μιλήσουμε για την έξαψη του online ανταγωνισμού του ”League of Legends”, ”Fortnite”, ”Call of Duty” και πόσων άλλων videogames που βυθίζουν σε ατελείωτες ώρες παιχνιδιού εκατομμύρια κόσμο ανά τον πλανήτη.

Το gaming από μία μορφή ψυχαγωγίας κυρίως για παιδικό και εφηβικό κοινό έχει εξελιχθεί σε μορφή τέχνης, καθώς πρόσθεσε στοιχεία από άλλες τέχνες, ανεβάζοντας κατακόρυφα το επίπεδο της εμπειρίας. Ένα από τα videogames που έπαιξε τεράστιο ρόλο σε αυτή την σύγχρονη επανάσταση είναι το ”The Last of Us”.

Όταν κυκλοφόρησε το 2013 διαφημίστηκε έντονα για την κινηματογραφική του αισθητική αλλά και για το πολυεπίπεδο σενάριο του και προς έκπληξη του κοινού, η διαφήμιση αυτή ίσχυε στο έπακρο. Στην επιφάνεια το ”The Last of Us” είναι ένα post-apocalyptic game όπου με τον κεντρικό χαρακτήρα καλείσαι να εξουδετερώσεις ορδές από ζόμπι και αντίπαλους ανθρώπους. Η ιδέα φυσικά δεν ήταν πρωτότυπη. Τα ζόμπι πάντα είχαν πέραση στο gaming με τίτλους όπως τα ”Resident Evil” και ”Left for Dead” να θεωρούνται πλέον κλασσικά στο είδος τους. Η λεπτομέρεια που εισήγαγε όμως ο Neil Druckmann, ο δημιουργός του videogame, ήταν η επικέντρωση στους χαρακτήρες και την αλληλεπίδραση τους. Ενώ το ”The Last of Us” προσφέρει έντονες στιγμές βίας, δράσης και τρόμου, στην ουσία είναι ένα δράμα χαρακτήρων σε έναν αποκαλυπτικό κόσμο. Μέσα από ένα εξαιρετικό gameplay και την επιλογή εκλεκτών voice actors, το videogame κατέληξε μία μοναδική εμπειρία με έντονες συγκινήσεις και στιγμές που δεν πίστευες ότι θα ζούσες, παίζοντας επί ώρες στην κονσόλα σου.

Η επιτυχία ήρθε σχεδόν άμεσα, το videogame, έγινε ο πιο σημαντικός τίτλος της Sony και μία live-action μεταφορά ήταν θέμα χρόνου. Το 2014 ανακοινώθηκε ταινία πάνω στο videogame με τον Druckmann να αναλαμβάνει το σενάριο. Διαφορές επιπλοκές όμως, όπως άκαρπες διαπραγματεύσεις του Druckmann με παραγωγούς για το σενάριο, καθώς και η ενασχόληση του εκείνη την εποχή με τον έτερο μεγάλο τίτλο της Naughty Dog, ”Uncharted”, έβαλαν στον πάγο την παραγωγή.

Tο 2018 ο Craig Mazin, ο άνθρωπος πίσω από την υπερεπιτυχημένη σειρά του HBO, ”Chernobyl”, προσεγγίστηκε από ανθρώπους της Sony για να αναλάβει μια live-action μεταφορά των gaming τίτλων της. Απογοήτευτηκε όταν έμαθε ότι το ”The Last of Us” προοριζόταν για κινηματογραφική μεταφορά, καθώς ο ίδιος ως φαν του videogame, επέμενε ότι του ταίριαζε περισσότερο η μορφή τηλεοπτικής σειράς. Έναν χρόνο μετά ήρθε σε επαφή με τον Druckmann, ο οποίος αντίστοιχα εκτιμούσε την δουλειά του στο ”Chernobyl”, και τον έπεισε ότι η τηλεοπτική προσέγγιση ήταν ιδανική για την live-action μεταφορά του videogame.

Κάπως έτσι το 2020 είχαμε την επίσημη ανακοίνωση της τηλεοπτικής μεταφοράς του ”The Last of Us” από την πλατφόρμα του HBO με τους Pedro Pascal (The Mandalorian) και Bella Ramsey (Game of Thrones) να ενσαρκώνουν τους Joel και Ellie αντίστοιχα. Παρά τις γκρίνιες που ακούγονταν στους ιντερνετικούς κύκλους για το κάστινγκ, το βασικό πρωταγωνιστικό δίδυμο τα κατάφερε περίφημα στα εννιά επεισόδια της σειράς. Ο Mazin με την σύμφωνη έγκριση του Druckmann έδωσε περισσότερη βάση στο δραματικό κομμάτι της ιστορίας, εστιάζοντας στην ανάπτυξη χαρακτήρων και στην αλληλεπίδραση μεταξύ τους από τους πρωταγωνιστές εώς τους δευτερεύοντες ρόλους. Οι Pascal και Ramsey μετέφεραν άψογα το πνεύμα της ιστορίας και την εσωτερική και εξωτερική πάλη των χαρακτήρων τους που προσπαθούν να βρουν νόημα σε έναν κατεστραμμένο κόσμο.

Κατά κύριο λόγο η σειρά ακολουθεί πιστά την ιστορία του videogame. Η υπόθεση παρεκκλίνει ελάχιστα από το αρχικό υλικό ενώ κάποιες σκηνές είναι κυριολεκτικά καρμπόν των cinematics του game. Υπάρχουν όμως κάποιες ενδιαφέρουσες προσθήκες και αλλαγές που δίνουν μία νότα διαφοροποίησης. Στην σειρά μαθαίνουμε περισσότερες πληροφορίες για την προέλευση και την διασπορά του ιού μέσα από flashbacks. Επίσης η λειτουργία των ζόμπι διαφοροποιείται καθώς επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω κυψέλης, σε αντίθεση με το videogame όπου αντιδρούν απλά σε ήχους. Ακόμα, ο Mazin ξεφεύγει από την πιο κυνική ματιά του αρχικού υλικού, δίνοντας μερικές στιγμές αισιοδοξίας και ανθρωπιάς, όπως στο τρίτο επεισόδιο με το backstory του Bill, όπου έχουμε και την μεγαλύτερη αλλαγή σε σχέση με το videogame. Τέλος μέσα από αλληλεπιδράσεις δεύτερων ρόλων στρώνεται το χαλί για την ιστορία της δεύτερη σεζόν, η οποία αξίζει ξεχωριστή ανάλυση από μόνη της.

Ενώ η μεταφορά της κεντρικής θεματικής ήταν άψογη, δυστυχώς δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τα action και horror σημεία. Στο videogame η δράση και το σασπένς πέρα από την gaming εμπειρία, παίζει σημαντικό ρόλο στην δραματουργία καθώς ενισχύει το δεσιμο των δύο βασικών χαρακτήρων μέσα από ακραίες καταστάσεις. Στην σειρά από την άλλη τα ζόμπι παίζουν εντελώς περιφερειακό ρόλο και πέρα από μερικές – εξαιρετικές – στιγμές, η ύπαρξη τους σχεδόν ξεχνιέται. Κάπως έτσι έλειψαν σκηνές αγνού τρόμου και σασπένς, οι οποίες αν υπήρχαν θα μιλάγαμε για μια πραγματικά αριστουργηματική μεταφορά.

Συνολικά όμως πρόκειται για μία πράγματι εξαιρετική live-action μεταφορά videogame. Ο δυστοπικός κόσμος του videogame μεταφέρεται αψεγάδιαστα στην μικρή οθόνη με όλες τις λεπτομέρειές του ενώ οι αλλαγές που έγιναν δουλεύουν προς όφελος της κεντρικής θεματικής. Στον κόσμο του ”The Last of Us” βλέπουμε όλες τις αρνητικές εκφάνσεις ενός κατεστραμμένου κόσμου, όπως έχουμε δει πολλάκις σε αντίστοιχα έργα του είδους. Μιλιταριστικά καθεστώτα, κανιβαλισμός, αρπαγές και επιθέσεις χωρίς κανένα ίχνος ανθρωπιάς. Η σειρά όμως φροντίζει να μας δείξει και την άλλη πλευρά. Μέσα στα ερείπια υπάρχει ακόμα αλληλεγγύη, αγάπη, φροντίδα, αυταπάρνηση και όλες οι θετικές ανθρώπινες ιδιότητες, αποφεύγοντας να επικεντρωθεί σε άλλη μία μηδενιστική προσέγγιση της κοινωνίας.

Η ιστορία αγάπης του Bill και του Frank (για πολύ κόσμο το καλύτερο επεισόδιο της σειράς), αν και filler στην γενικότερη ιστορία, αποτελεί και τον πυρήνα της βασικής θεματικής. Ακόμα και στα ερείπια, ακόμα και στο απόλυτο σκοτάδι, οι άνθρωποι θα βρούμε λόγο να συνεχίσουμε. Μπορεί να μην έχει τίποτα νόημα, αλλά οφείλουμε να νοηματοδοτήσουμε την ύπαρξη μας. Και εκεί έρχονται και κουμπώνουν οι χαρακτήρες των Joel και Ellie. Ο πρώτος απόλυτα κυνικός, έχοντας χάσει την κόρη του και κάνοντας οποιαδήποτε ανήθικη πράξη για να επιβιώσει, βρίσκει νόημα στο πρόσωπο της Ellie, η οποία του επαναφέρει την πατρική στοργή και τον κάνει να νοιάζεται για κάτι άλλο πέρα από την επιβίωση.

Η Ellie έχοντας γεννηθεί στον γκρεμισμένο αυτό κόσμο βρίσκει έναν μέντορα και πατέρα, ο οποίος της δίνει φροντίδα, αγάπη και την δύναμη για να επιβιώσει στην αποκάλυψη. Από την άλλη βέβαια η Ellie θέλει να πιστεύει ότι το χάρισμα της είναι ξεχωριστό και μπορεί να αλλάξει την κατάσταση. Η ίδια μπερδεμένη θα στερηθεί την απόφαση της, καθώς τόσο ο Joel όσο και οι Fireflies την χρησιμοποιούν για τους δικούς τους λόγους. Ο Joel δεν αντέχει στην σκέψη να χάσει άλλο ένα παιδί, οι Fireflies στην αναζήτηση γιατρειάς για την ανθρωπότητα δεν θα διστάσουν να σκοτώσουν ένα παιδί και η τελική μάχη σε αφήνει με έναν κόμπο στο στομάχι. Θα διάλεγες να κάψεις τον κόσμο για να σώσεις το αγαπημένο σου πρόσωπο ή θα το θυσίαζες για το γενικότερο καλό; Οι τελικές αποφάσεις και των δύο πλευρών είναι σκληρές και όσο και αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε, δικαιολογούνται απόλυτα.

Εν τέλει το ”The Last of Us” είναι μια πανανθρώπινη ιστορία, μία ιστορία αναζήτησης νοήματος, εμμονών, λύτρωσης και καταδίκης. Μέσα στο σενάριο του Druckmann αναδεικνύονται με ώριμο και ουσιαστικό τρόπο όλες οι πτυχές της ανθρωπότητας και σε κανένα σημείο δεν πέφτει η ιστορία στην παγίδα του φθηνού διδακτισμού. Προσεγγίζει με αγάπη τους χαρακτήρες της ακόμα και στα πιο σκοτεινά τους σημεία και κάνει ότι οφείλει να κάνει μία καλή ιστορία. Σε βάζει στην διαδικασία του συλλογισμού και σε αφήνει να αναρωτηθείς τι πραγματικά έχει αξία. Την τελική επιλογή την έχεις εσύ.