«The Conjuring: The Devil Made Me Do It»: Το τρίτο μέρος είναι και το πιο αδύναμο

0

Το πετυχημένο franchise τρόμου αποκτάει την πρώτη του αδύναμη στιγμή. 

Το είδος του horror έζησε λαμπρές στιγμές την περασμένη δεκαετία. Από την εκτίναξη του ανεξάρτητου ρεύματος horror με ταινίες όπως τα ”Get Out”, ”Hereditary”, ”It Follows” εώς μπλοκμπάστερς που έσπασαν τα ταμεία σαν το ”It”, ο κινηματογραφικός τρόμος αποτέλεσε (και συνεχίζει να αποτελεί) το πεδίο εύστοχων πειραματισμών, αναδεικνύοντας πρωτότυπες δημιουργίες και ταλαντούχους δημιουργούς.

Τα δύο Conjuring του James Wan ανήκουν στην κατηγορία των μπλοκμπάστερ horror, αναβιώνοντας την αισθητική ταινιών σαν το ”Poltergeist” και τον ”Εξορκιστή”. Κοινώς απίστευτα τρομακτικές στιγμές, που διαδραματίζoνται όμως πάντα σε ένα ασφαλές πλαίσιο. Οι πιο δημοφιλείς ταινίες τρόμου δεν ξεπέρνανε τα όρια, ξεφεύγοντας κάτα κάποιο τρόπο από τους κανόνες που έχει θέσει σχεδόν από τις απαρχές του το horror σινεμά, αλλά φροντίζουν να δώσουν μία κινηματογραφική εμπειρία που θα σε κάνει να πετάγεσαι από την καρέκλα σου ή να κρυφοκοιτάς με καλυμμένα τα μάτια σου.

Ο James Wan, ένας από τους καλύτερους μπλοκμπαστεράδες αυτή τη στιγμή στο Hollywood, γνώριζε πολύ καλά πως να προσφέρει ανατριχιαστικές στιγμές, παρόλο που κοιτώντας τις ταινίες του δεν υπάρχει καμία πρωτοτυπία, ούτε έστω μία πιο φρέσκια ματιά. Ακολουθεί πιστά την συνταγή κλασσικών έργων τρόμου, εκσυγχρονίζοντας την για το μοντέρνο κοινό. Αυτό επ’ ουδενί δεν σημαίνει ότι ήταν κακές ταινίες. Η διαφορά του Wan με τους υπόλοιπους δημιουργούς των πιο generic ταινιών τρόμου, είναι ότι ξέρει πολύ καλά πως να δημιουργεί υποβλητική ατμόσφαιρα (βασικό συστατικό του horror), ευρηματικά jump scares, συμπαθητικούς χαρακτήρες και γνήσιες creepy στιγμές. Οι αρετές του αυτές οδήγησαν τις ταινίες Conjuring να είναι δύο από τις πιο πετυχημένες ταινίες τρόμου της προηγούμενης δεκαετίας και πάνω σ’αυτές στήθηκε ένα σύμπαν, το οποίο δεν έφτασε ποτέ το επίπεδο των δύο ταινιών του, κέρδισε όμως ένα μεγάλο κοινό που σπεύδει στις σκοτεινές αίθουσες για να βιώσει ανατριχίλες.

Το τρίτο μέρος που ακολουθεί τις περιπέτειες του ζεύγους Warren, ξεκίνησε από την αρχή με ένα μεγάλο μειονέκτημα. Ο Wan δεν θα βρισκόταν πίσω από την σκηνοθετική καρέκλα, κρατώντας το πόστο του παραγωγού, με τον Michael Chaves (του κακού Curse of La Llorona) να τον αντικαθιστά. Αυτόματα το franchise έχασε τον ”μπαμπά” του και ο ανερχόμενος Chaves είχε ένα πολύ δύσκολο έργο μπροστά του.

Η τάση αυτή δεν συμβαίνει βέβαια για πρώτη φορά στο είδος του horror. Συνήθως οι δημιουργοί που είναι υπεύθυνοι για την επιτυχία μίας ταινίας, απουσιάζουν από τα sequels, με αποτέλεσμα – στην συντριπτική πλειοψηφία τους – να χάνουν την μαγεία τους οι ταινίες αυτές και απλά να ανάγονται σε μηχανές εύκολου κέρδους για τους παραγωγούς. Το χουμε ξαναδεί με τις περιπτώσεις των John Carpenter, Wes Craven και πολλών άλλων, των οποίων οι αρχικές ταινίες εξελίχθηκαν σε μεγάλα franchises, τα οποία όμως όσο προχωρούσαν τόσο έπεφταν σε ποιότητα. Το τρίτο Conjuring δυστυχώς δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα αυτό.

Η ταινία συνεχίζει μετά τα γεγονότα του Conjuring 2, με το ζεύγος των Warren να αναλαμβάνουν μία υπόθεση δαιμονισμού ενός μικρού αγοριού. Ο εξόρκισμος όμως πάει στραβά και το δαιμονικό πνεύμα καταλαμβάνει το σώμα του συντρόφου της αδερφής του αγοριού. Τις επόμενες μέρες ο νεαρός δολοφονεί το αφεντικό της συντρόφου του και βρίσκεται κατηγορούμενος, αντιμέτωπος με την θανατική ποινή. Οι Warrens καλούνται να αποδείξουν ότι ο νεαρός δεν ήταν υπεύθυνος για τον φόνο και μπλέκουν σε άλλη μία υπόθεση που τους φέρνει αντιμέτωπους με μία σατανική μάγισσα.

Το δεύτερο sequel της σειράς διαφοροποιείται από τα προηγούμενα δύο κεφάλαια, βάζοντας τους Warren σαν ντετέκτιβ, να προσπαθούν να βρουν τα ίχνη της μάγισσας που σπέρνει τον θάνατο σε τυχαίους ανθρώπους, με σκοπό να τροφοδοτήσει δαιμονικές οντότητες με τις ψυχές τους. Ο Chaves κάνει σίγουρα καλύτερη δουλειά σκηνοθετικά από την προηγούμενη ταινία του, υστερεί όμως σε σχέση με τον Wan, τόσο στο κομμάτι της ατμόσφαιρας όσο και στις στιγμές τρόμου.

Οι Vera Farmiga και Patrick Wilson έχουν καταπληκτική χημεία μεταξύ τους για άλλη μια φορά και αποτελούν την ψυχή της ταινίας. Κατά τα άλλα λείπει από την ταινία το μπλοκμπάστερ ύφος που είχε προσδώσει ο Wan και όλη την ώρα δίνεται η εντύπωση ότι βλέπεις ένα spin-off, ανώτερο βέβαια από τα υπόλοιπα spin-offs του σύμπαντος του Conjuring. Ίσως να λειτουργούσε καλύτερα σαν επεισόδιο τηλεοπτικής σειράς.

Γενικά δεν πρόκειται για κακή ταινία. Είναι σίγουρα καλύτερη από την πλειοψηφία των αντίστοιχων ταινιών που κυκλοφορούν κατά κόρον τα τελευταία χρόνια. Υπάρχουν μερικές τίμιες στιγμές ανατριχίλας αλλά σε σύγκριση με τις προηγούμενες δύο ταινίες, χάνει κατά πολύ. Οι φανς των ταινιών αυτών θα περάσουν ευχάριστα, δεν πρόκειται όμως να έχουν αυτό το αίσθημα αγριέματος που σου άφηναν οι ταινίες του Wan. Εν κατακλείδι πρόκειται για την πιο αδύναμη ταινία της σειράς και άλλη μία υπενθύμιση της φθοράς ενός franchise από το στήσιμο κινηματογραφικού σύμπαντος και των συνεχόμενων sequels.