«Tenet»: Χάσαμε τη μπάλα, κάποιος να τη βρει…

Ας υποθέσουμε πως με κάποιον τρόπο καταφέρνεις να ταξιδέψεις στον χρόνο. Ας υποθέσουμε πως βρίσκεσαι στην εποχή που ο παππούς σου είναι ακόμα νέος, πριν καν γνωρίσει τη γιαγιά σου. Και στη συνέχεια, ας υποθέσουμε πως για αδιευκρίνιστους λόγους τον σκοτώνεις. Διακόπτοντας τη ζωή του, αποτρέποντας τη (μελλοντική στο σημείο που διαπράττεται αυτός ο φόνος) γνωριμία του με τη γιαγιά σου, αυτόματα ένας από τους δυο γονείς σου δεν θα γεννηθεί ποτέ. Άρα δεν θα γεννηθείς ποτέ και εσύ: σκοτώνοντας τον παππού σου, απότρεψες και την ίδια την ύπαρξή σου. Όμως, αφού δεν γεννήθηκες ποτέ πως διάολο ταξίδεψες στον χρόνο εξαρχής; Αυτή η παρέμβασή σου στο παρελθόν δεν διαφοροποίησε το παρόν; Ή μήπως δημιούργησε ένα εναλλακτικό παρόν; Ή μάλλον, ένα εναλλακτικό μέλλον με βάση το χρονικό σημείο που διαπράχθηκε ο φόνος;

Αυτά τα προβληματάκια δημιουργούνται όταν φανταζόμαστε ιστορίες που έχουν να κάνουν με ταξίδι στο χρόνο. Και φυσικά, ορθολογικές απαντήσεις δεν υπάρχουν: μια τέτοια υποθετική ιστορία συνιστά εξ΄ορισμού ένα παράδοξο. Στην πραγματικότητα άλλωστε, ο χρόνος δεν υπάρχει με φυσικούς όρους, είναι μια τεχνητή επινόηση του ανθρώπου για να λειτουργούν οι κοινωνίες. Ή τέλος πάντων, δεν υπάρχει με την γραμμικότητα που τον αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο μυαλό και μέσω της οποίας φαντασιώνεται παρεμβάσεις και ταξίδια στο εσωτερικό του. Για τον κόσμο της Επιστημονικής Φαντασίας βέβαια, όλη αυτή η mindfuck αίσθηση που προκύπτει από αυτά τα υποθετικά χωροχρονικά παράδοξα είναι το τέλειο υλικό για επικές στιγμές του είδους.

Αρκεί φυσικά να δει κανείς το trailer του «Tenet», της πολυαναμενόμενης νέας ταινίας του Κρίστοφερ Νόλαν, για να καταλάβει πως αποτελεί ξεκάθαρη πρόθεση του δημιουργού του να εγγραφεί σε αυτό το υπό-είδος Επιστημονικής Φαντασίας. Η εμμονή του Νόλαν άλλωστε με την έννοια του χρόνου αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα του έργου του και μάλιστα, με διπλούς όρους: τόσο σε επίπεδο αφήγησης, εκεί όπου ελάχιστες είναι οι ταινίες του που έχουν μια γραμμική μορφή, όσο και σε επίπεδο ιδέας. Και αν στο «Inception» και το «Interstellar», τις δύο έτερες δηλαδή ταινίες του από τον χώρο του Sci Fi, τα χωροχρονικά παράδοξα υπήρξαν απλά μια πτυχή του συνολικότερου σεναρίου, για το «Tenet» αποτελούν την καρδιά του.

Κοιτώντας με θαυμασμό το «12 Πίθηκοι» του Τέρι Γκίλιαμ (by far το καλύτερο Sci Fi με ταξίδι στο χρόνο) αλλά και ρίχνοντας κλεφτές ματιές σε δυο πιο μικρά «διαμαντάκια» του genre, το «Primer» του 2004 και το «Predestination» του 2014, ο Νόλαν, μάστορας στο να «παντρεύει» και να μετεξελίσσει τις δημιουργικές του επιρροές, εδώ το επιτυγχάνει με περιτύλιγμα όλων αυτών μια «αγάπη» του, που κάνει μπαμ πως τον συνοδεύει σε όλη του την φιλμογραφία (πέρα από τον Κιούμπρικ φυσικά): την κατασκοπική παράδοση του Τζέιμς Μποντ.

Με ένα εξαιρετικά ισορροπημένο τρόπο, το «Tenet» είναι η πιο mindfuck ταινία του (όσοι δυσκολεύτηκαν με το «Inception», ξάφνου θα τους φανεί παιχνιδάκι με τα όσα παλαβά συμβαίνουν στο «Tenet») και ταυτόχρονα, η πιο «Τζέιμς Μποντ» δημιουργία του. Όχι μόνο σε αισθητικό επίπεδο (και σε αυτό βέβαια) αλλά κυρίως σε επίπεδο μοτίβων. Ο κεντρικός χαρακτήρας και ο συνεργάτης του (ο μικρός Ουάσιγκτον και ο Πάτινσον δίνουν ρεσιτάλ και η χημεία τους βρίσκεται στα ύψη), δυο πρακτόρων της CIA που πρέπει να τα βάλουν με μια απειλή που εναλλάσσεται ανάμεσα σε μέλλον, παρόν και παρελθόν, είναι δυο αρχετυπικές «τζειμς-μποντικές» φιγούρες, που ταυτόχρονα αλληλεπιδρούν με χαρακτήρες που παραδοσιακά καθορίζουν το σύμπαν του 007: τόσο το κλασικό, μοιραίο «μποντικό» θηλυκό, που με την γοητεία του σχετικοποιεί τον κυνισμό του αρρενωπού πράκτορα όσο και ο διαβολικός, οριακά γκροτέσκος villain (ούτε καν στις Μπάτμαν ταινίες του Νόλαν δεν παίζει τέτοιο είδος «κακού») βρίσκονται εδώ ως κομβικοί χαρακτήρες για την εξέλιξη του στόρι, «γεννημένοι» θαρρείς σε ένα «μποντικό» σύμπαν αλλά απόλυτα προσαρμοσμένοι στην «νολανική» ματιά.

Το «Tenet» (μοιάζει αλλά) δεν είναι δύσκολη ταινία σε επίπεδο περιεχομένου – η πλοκή της είναι μάλλον απλή. Αρκεί να κάνεις ένα βήμα πίσω μετά το φινάλε της και να την δεις καθαρά. Κατά την (πρώτη) θέασή της ωστόσο αυτό το βήμα πίσω είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Διότι από την πρώτη, αριστούργηματική και ασύλληπτης έντασης σεκάνς της -χωρισμένοι οι οπαδοί του Νόλαν στο μέλλον θα διαφωνούν για το αν είναι αυτή η καλύτερη εναρκτήρια σεκάνς των ταινιών του ή εκείνη του «The Dark Knight»- το «Tenet» σε πιάνει από τα μούτρα και σε εισάγει στο σύμπαν του και τους φρενήρεις ρυθμούς του. Και όσο η ταινία είναι πρωτίστως κατασκοπική με απλά μια Sci Fi πινελιά, το απολαμβάνεις μέχρι εκεί που δεν πάει. Όταν ωστόσο το Sci Fi στοιχείο ηγεμονεύει εντελώς, όταν η κατασκοπική της πλευρά αποκτά στοιχεία επίφασης και «βουτάμε» για τα καλά στα παιχνίδια του «πήγαινε-έλα» στον χρόνο, εκεί η μπάλα χάνεται και δεν βρίσκεται με τίποτα. «Όπως πρέπει να συμβαίνει στις ταινίες περί ταξιδιού στον χρόνο άλλωστε», θα πει κάποιος αφελώς. Όχι. Πολύ παραπάνω απ’ ότι έχεις συνηθίσει: δεν το έχεις ξαναδεί σε άλλη συγγενική ταινία αυτό που κάνει εδώ ο Νόλαν.

Θα διχάσει το «Tenet», είναι δεδομένο αυτό. «Όπως κάθε ταινία του Νόλαν άλλωστε», θα (ξανα)πει κάποιος αφελώς. Όχι, ούτε κατά διάνοια. Εδώ μιλάμε σίγουρα, για άλλα επίπεδα διχασμού. Είπαμε: δεν τα έχεις ξαναδεί αυτά που γίνονται στο «Tenet». Θα κατηγορηθεί για φτηνό gimmick και -ας είμαστε ειλικρινείς- ακόμα και εκείνοι που θα την λατρέψουν θα φλερτάρουν με την ιδέα πως πράγματι αυτό είναι παρακολουθώντας την. Αν καταφέρεις ωστόσο να ξεπεράσεις το γεγονός ότι θα υπάρχουν στιγμές που οριακά θα καταλαβαίνεις τι είναι αυτά που γίνονται, αν ξεπεράσεις τον εκνευρισμό σου για το πόσο ερμητικά χαμένη μοιάζει ορισμένες φορές η μπάλα και πετύχεις να δεις τη μεγάλη εικόνα, τότε θα διακρίνεις κάπου μέσα στο τουρλουμπούκι της πλοκής της μια πολύ βαθιά ψυχή και εν τέλει, έναν αμιγώς προσωπικό δημιουργικό σχολιασμό: θα μοιάζει με gimmick αλλά δεν θα είναι.

Η 11η ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν πλασαρίστηκε από τον ίδιο και την προώθηση που της έστησε ως το πνευματικό (ή ίσως και κυριολεκτικό) sequel του «Inception». Αναμφίβολα, αισθητικά οι ομοιότητες είναι τρανταχτές: πάντρεμα Τζέιμς Μποντ ατμόσφαιρας με mindfuck Sci Fi σενάριο. Όμως, στην πραγματικότητα οι ομοιότητες με το «Inception» βρίσκονται μόνο σε ένα αισθητικό επίπεδο. Κατά τα άλλα, θα τολμούσαμε να πούμε, πως αν πρέπει το «Tenet» να συγκριθεί σε επίπεδο ουσίας με μια άλλη ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν, αυτή θα ήταν το «Memento». Το είχαμε αναφέρει και εδώ: ανάμεσα στο «Memento», το «Inception» και εν τέλει -σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τελικά- το «Tenet» υπάρχει μια ενοποιητική κλωστή, μια ιδέα που γιγαντώνεται και εξελίσσεται στο μυαλό του Νόλαν για να φτάσει σε υπερθετικά μεγέθη τελικά με την 11η ταινία του.

Στο «Memento», έχουμε να κάνουμε με έναν μοναχικό ερευνητή, χαμένο μέσα στην αμφιβολία όσον αφορά αυτό που ψάχνει και μπερδεμένο ανάμεσα στο «τώρα», το «πριν» και το «μετά». Αν στο «Memento» ωστόσο, όλα αυτά τα χωροχρονικά μπερδέματα στα βιώματα του ήρωα προέκυπταν εξαιτίας μιας υποκειμενικής του αδυναμίας -την αμνησία-, στο «Tenet» (αλλά και στο «Inception»), οι αιτίες είναι πραγματικές (όχι ρεαλιστικές λόγω Sci Fi βέβαια αλλά στην εσωτερική συνοχή του κόσμου τους, πραγματικές). Αν στο «Memento», ο ήρωάς μας ήταν σισύφειος λόγω της εγκεφαλικής του βλάβης, εδώ είναι οι αντικειμενικές συνθήκες της αποστολής του, που τον κάνουν σισύφειο: η αέναη περιφορά στο χώρο και το χρόνο έχει κυριολεκτικά χαρακτηριστικά, για τον ίδιο αποτελεί μια συνειδητή επιλογή η εμπλοκή του σε αυτή την κατάσταση και εν τέλει, αυτό είναι που τον ορίζει. Διότι όσα παιχνίδια και αν μας παίζει το time travel, όση αίσθηση αναπόφευκτου και αν παράγει το παιχνίδι της παραβίασης των κανόνων του, όσο ατέρμονο και αν μοιάζει το ταξίδι με όχημα αυτό, πάντα θα υπάρχει η προσωπική επιλογή (όπως άλλωστε συνέβαινε και στο «Memento») ως βασική κινητήριος δύναμη για το (εκάστοτε) άτομο κόντρα και παρά τους κανόνες και τη ματαιότητα του μεγάλου παιχνιδιού που λέγεται χρόνος – αυτό είναι το βαθύτερο νόημα του «Tenet» και παρά τη μπερδεμένη ψυχοσύνθεσή του, δεν είναι δύσκολο να το δεις.

Και είναι εν τέλει, αυτή η διαπίστωση που μετουσιώνει το «Tenet» σε ένα περήφανο δείγμα Sci Fi παράδοσης: η πίστη στην ανθρώπινη πτυχή που δεν αυτοδιαλύεται μπροστά στα «bigger than life» διακυβεύματα που ενδέχεται να συναντήσει ο ήρωάς μας, οι σύμμαχοί του και οι αντίπαλοί του – άλλωστε, καλοί ή κακοί, είναι άπαντες άνθρωποι και παρά τις ενδεχόμενες άγριες και βίαιες συγκρούσεις τους θα ενοποιούνται πάντα από την ανημποριά μπροστά στους αδιάλλακτους κανόνες του χρόνου αλλά και τη ταυτόχρονη, δυνατότητα της προσωπικής τους επιλογής. Αν δεν επρόκειτο για μια φανταχτερή, νολανική ταινία, θα βλέπαμε και κάτι από Φίλιπ Ντικ στην ευρύτερη οπτική της. Άλλωστε, τώρα που το σκεφτόμαστε, καθόλου δεν αποκλείεται ο Βρετανός σκηνοθέτης να είχε διαβάσει τον «Αντίστροφο Κόσμο» του μεγάλου Φίλιπ Ντικ και να άντλησε και από εκεί λίγη από την έμπνευσή του. Βασικά, είναι μάλλον ξεκάθαρο…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here