«Severance»: Ταξικό Sci-Fi, ωδή στην απειθαρχία

Η σωστή η Επιστημονική Φαντασία, η σοβαρή, η πρωτοκλασάτη οφείλει να εμπεριέχει πάντα δύο βασικά στοιχεία. Το πρώτο φυσικά έχει να κάνει με την πρωτοτυπία της, να διακατέχεται δηλαδή από μια κεντρική ιδέα που να σε εισάγει σε έναν κόσμο με κανόνες και λειτουργίες που στον υπαρκτό κόσμο μοιάζουν αδιανόητοι, προκαλώντας με αυτόν τον τρόπο τον τρόμο και την περιέργεια στον θεατή ή τον αναγνώστη. Το δεύτερο έχει να κάνει με την ικανότητά της να μην απομακρύνεται εντελώς από τον υπαρκτό κόσμο. Για την ακρίβεια, να καταφέρνει να εισάγει μια ιστορία που όσο μακριά και αν φαντάζει από το εδώ και το τώρα να διακατέχεται ταυτόχρονα από στοιχεία που το καθορίζουν. Όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί του Sci-Fi υπήρξαν μεγάλοι ακριβώς επειδή κατάφεραν αυτή τη χρυσή ισορροπία: μίλησαν για το σήμερα παρουσιάζοντας κοινωνίες ενός αδιανόητου αύριο.

Το «Severance», η πρώτη σεζόν του οποίου έκανε ντεμπούτο τον Φεβρουάριο του 2023 στο Apple TV+, είναι μια ιστορία που ξετυλίγεται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που εμφανισιακά δεν διαφοροποιείται σε τίποτα από το περιβάλλον μιας τυπικής αστικής πόλης του δυτικού κόσμου. Οι εργαζόμενοι ξυπνάνε στα σχετικά μικρά τους σπίτια, πηγαίνουν στις μίζερες και καταθλιπτικές τους δουλειές, φεύγουν κουρασμένοι από αυτές, αράζουν σπίτι για να ξεκουραστούν ή χαλαρώνουν μέσω κοινωνικών συναναστροφών προτού κοιμηθούν εκ νέου για βράδυ, ξυπνήσουν πάλι το πρωί και επαναλάβουν την ίδια ρουτίνα της προηγούμενης (και της επόμενης) μέρας. Όλα κανονικά, θα έλεγε κανείς. Με μια μικρή διαφοροποίηση ωστόσο.

Σε αυτόν τον κόσμο υπάρχει μια εταιρεία της οποίας οι υπάλληλοι δεν κουβαλάνε έξω από την δουλειά τις εμπειρίες που βιώνουν μέσα στον εργασιακό τους χώρο. Πάνε το πρωί στη δουλειά, διαβαίνουν την είσοδο και το αμέσως επόμενο βίωμά τους είναι η έξοδό τους από αυτή κατά το σχόλασμά τους. Όλο το ενδιάμεσο ωράριο έχει εξαφανιστεί. Αντίστοιχα όση ώρα βρίσκονται στο γραφείο και δουλεύουν δεν έχουν καμία ανάμνηση του έξω κόσμου: δεν θυμούνται ποιοι είναι, που μένουν, ποια είναι τα ενδιαφέροντά τους, τι έφαγαν το προηγούμενο βράδυ.

Πρόκειται για μια εταιρεία τεχνολογίας με το όνομα Lumon Industries, η οποία χρησιμοποιεί μια ιατρική διαδικασία διαχωρισμού των αναμνήσεων και των συνειδήσεων, μέσω της οποίας οι εργασιακές και οι προσωπικές αναμνήσεις δεν «συναντιούνται» ποτέ. Πρωταγωνιστής του «Severance» είναι ο Μαρκ, ένας από αυτούς τους υπάλληλους, τη ζωή του οποίου (ή μάλλον τις ζωές του οποίου) βλέπουμε τόσο εντός όσο και εκτός του εργασιακού του χώρου.

Προφανώς, όλο αυτό εμπεριέχει κάτι το δυστοπικό. Πέρα και έξω άλλωστε από το πολλές φορές συντηρητικό πνεύμα της τεχνοφοβίας και το πάντα συντηρητικό πνεύμα της συνωμοσιολογίας (που συνήθως έρχονται σετ) δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί πως η ανάπτυξη της τεχνολογίας, ως διαδικασία που ελέγχεται από το Κεφάλαιο, έχει ως αυτονόητο προσανατολισμό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του. Και τι θα μπορούσε να αποτελεί μεγαλύτερο συμφέρον για το Κεφάλαιο από το να στελεχώνονται οι εργασιακοί του χώροι με ανθρώπους που δεν έχουν καμία ανάμνηση έξω από τις δουλειές τους, άρα και καμία επιθυμία γύρω από αυτές, καμία σκοτούρα να τους ταλαιπωρεί το μυαλό και να τους κάνει αντιπαραγωγικούς. Κυριολεκτικά, το συγκεκριμένο τεχνολογικό/ιατρικό εύρυμα δημιουργεί τους τέλειους εργαζόμενους, απρόσκοπτα αφοσιωμένους στην εργασία τους, πειθαρχημένους απόλυτα σε αυτή.

Μήπως όμως η συγκεκριμένη διαδικασία έχει τα θετικά της και για τους ίδιους τους εργαζόμενους; Μήπως πλάι στην ενίσχυση των συμφερόντων της εργοδοσίας, κάτι κερδίζουμε και εμείς σε ένα ψυχικό και ψυχολογικό επίπεδο; Η δουλειά άλλωστε είναι ένα αναγκαίο κακό, ένας έμμεσος καταναγκασμός, ένας «βραχνάς» μέσα στην καθημερινότητά μας που μπαίνει σφήνα στον χρόνο μας και τον διαχωρίζει σε ελεύθερο και μη. Αν μάλιστα η δουλειά σου διακατέχεται και από απάλευτες συνθήκες, οι ψυχολογικές προεκτάσεις επεκτείνονται έξω από το οκτάωρο: γυρνάς σπίτι και μια θλίψη σε πιάνει από το γεγονός πως ξέρεις πως αύριο θα βρεθείς πάλι σε ένα εργασιακό περιβάλλον με μαλακισμένα αφεντικά και (πολύ συχνά) συναδέλφους που δεν αντέχεις. Ποιος δεν θα ήθελε να μην θυμάται τις ώρες που δουλεύει, να μην διαβρώνουν τις αναμνήσεις του και την ψυχολογία του, να μπαίνει στη δουλειά του και να γίνεται ένα αυτόματο skip στο οκτάωρο που μεσολαβεί μέχρι να φύγει από αυτή;

Πράγματι για την μια πλευρά του εαυτού σου, την «έξω» πλευρά, εκείνη που ζει χωρίς την ανάμνηση της εργασίας, το πείραμα δεν είναι κακό. Όμως όσο προχωράει η σειρά και οι πρακτικές αποτυπώσεις όλης αυτής της κατάστασης αναλύονται, γίνεται αντιληπτό πως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Διότι για την άλλη πλευρά του εαυτού σου, την «μέσα» πλευρά, η ζωή είναι ταυτισμένη με την εργασία: κανονικός εφιάλτης από τον οποίο δεν ξυπνάς ποτέ. Οι ζωές των «μέσα» υπάρχουν μόνο εντός των τεσσάρων τοιχών του αποστειρωμένου εργασιακού του περιβάλλοντος. Φεύγουν από τη δουλειά και η ακριβώς επόμενη ανάμνησή τους είναι η άφιξή τους σε αυτή την επόμενη μέρα. Νιώθουν στο σώμα τους τα βιολογικά αποτυπώματα του ύπνου και της ξεκούρασής τους, αλλά στις συνειδήσειες τους δεν κοιμούνται ποτέ. Ζουν κυριολεκτικά μόνο για να δουλεύουν. Ναι, συνυπάρχουν στο ίδιο σώμα με τον «έξω» εαυτό τους αλλά επί της ουσίας είναι δυο διαφορετικοί άνθρωποι, ξένοι μεταξύ τους. Επί της ουσίας, ο «έξω» εαυτός δημιουργεί τον προσωπικό του σκλάβο, που δουλεύει αντί για αυτόν. Και όταν φτάσει η ώρα, θα συνταξιοδοτηθεί χωρίς να έχει καν την ανάμνηση πως έχει δουλέψει. Αλλά την ίδια στιγμή, ο «μέσα» εαυτός απλά θα πάψει να υπάρχει: επί της ουσίας θα πεθάνει.

Κάποια στιγμή, λόγω μιας αστοχίας, στο εργασιακό περιβάλλον όπου οι εργαζόμενοι βλέπουν μόνο ο ένας τον άλλο και ασχολούνται μόνο με τη δουλειά, θα βρεθεί ένα βιβλίο προσωπικής αυτοβελτίωσης. Είναι ένα βιβλίο γεμάτο ανούσιες κοινοτοπίες, από αυτά που κοσμούν τα ράφια των χίπστερ βιβλιοπωλείων, γραμμένο από αυτούς τους αδιάφορους κάτι-σαν-Γκάντι των μητροπόλεων. Οι εργαζόμενοι θα αρχίσουν να το διαβάζουν κρυφά κατά παράβαση των κανόνων της εταιρείας, που λένε ότι δεν πρέπει να έρχονται σε επαφή με τίποτα από τον έξω κόσμο. Όχι εξαιτίας κάποιας (έστω αυθόρμητης) παρόρμησης ελευθερίας αλλά από καθαρή, αγνή περιέργεια, από αυτή που κουβαλάνε τα μικρά παιδιά που δεν ξέρουν ακόμα τον κόσμο (όπως ακριβώς οι εργαζόμενοι αυτής της εταιρείας). Το βιβλίο αυτό θα αλλοιώσει την πειθαρχημένη τους φύση. Μπορεί να λέει ένα σωρό ανουσιότητες άλλωστε αλλά όταν η μοναδική σου εμπειρία είναι η εργασία σου, ακόμα και η μεγαλύτερη και πιο ανούσια μπούρδα φαντάζει αυτόματα με διεύρυνση ορίζοντα.

Οι καλοκουρδισμένοι και πέρα για πέρα πειθαρχημένοι εργαζόμενοι θα αναπτύξουν σταδιακά την περιέργεια για τον έξω κόσμο και αυτή εν συνεχεία θα γίνει μια αληθινή δίψα για να ζήσουν έξω από την εργασία τους. Το αίσθημα της ελευθερίας θα αρχίσει να κερδίζει ολοένα και μεγαλύτερο χώρο και αν και τέκνα του περιβάλλοντός τους, απόλυτα ετεροκαθορισμένα και διαμορφωμένα από αυτό, θα εκστασιαστούν από την μεγαλύτερη συνειδοτοποίηση του συνειδητού κόσμου: πάντα, μα πάντα, έχεις επιλογή. Το «Severance», αργά και σταθερά, μετουσιώνεται σε ύμνο του υπαρξισμού, σε μια ωδή στην σημασία της επιλογής σε έναν κόσμο που υπάρχει για να οριοθετεί τις επιλογές και ως εκ τούτου σε μια ωδή στην εξέγερση. Μόνο που η εξέγερση που ελοχεύει στα μυαλά των εργαζομένων του «Severance» δεν έχει μόνο τους αντικειμενικούς αποδέκτες, δηλαδή τα αφεντικά. Αλλά και τους ίδιους τους εαυτούς τους, για την ακρίβεια την «έξω» πλευρά του εαυτού τους, εκείνους τους προνομιούχους που έχουν συμβάλει στην δημιουργία μιας ύπαρξης, στριμωγμένη στο σώμα τους αλλά που ζει σε άλλο χρόνο και σε άλλο τόπο σε σχέση με τους ίδιους, σε εκείνους που αποφάσισαν να ζουν μέσα από την εργασία άλλων με την υποσημείωση πως αυτοί οι «άλλοι» είναι οι ίδιοι.

Το «Severance» εντάσσεται με μεγάλη περηφάνια στην λογοτεχνική παράδοση του τεράστιου Φίλιπ Ντικ: τόσο η δυστοπία που περιγράφεται, σκοτεινή και καταθλιπτική σε φαινομενική αντιδιαστολή με τις υποτιθέμενα θαυματουργές προεκτάσεις της τεχνολογικής εξέλιξης, όσο και οι μίζεροι χαρακτήρες που ξαφνικά αντιλαμβάνονται το σκοτάδι όπου ζουν και επιδίδονται σε μια συσίφεια αναζήτηση μιας μικρής ελπιδοφόρας ακτίδας ελπίδας, μοιάζουν με περήφανες αναφορές στις ιστορίες του οργισμένου συγγραφέα της Sci-Fi λογοτεχνίας. Το εύρημα δε του βιβλίου που αποτελεί την αφετηρία της αφύπνισης έχει ξεσηκωθεί απευθείας από τον «Άνθρωπο στο Ψηλό Κάστρο», εκεί όπου σε μια εναλλακτική μεταπολεμική πραγματικότητα όπου οι Ναζί έχουν επικρατήσει σε όλο τον κόσμο, ένα βιβλίο που περιγράφει ένα άλλο παρόν διαρυγνύει την πειθάρχηση. Ταυτόχρονα ωστόσο το «Severance» μπολιάζει τις επιρροές του με ταξικούς σχολιασμούς -που μόνο διαισθητικά και όχι συνειδητά υπάρχουν στην βιβλιογραφία του Ντικ- αναφορικά με τη φύση της καπιταλιστικής εργασίας και της ιδεολογίας που την διαπερνά.

Οι εργαζόμενοι του «Severance», αν και κυριολεκτικά ζουν για να δουλεύουν, δεν μπορούν να απαντήσουν καν ποιο είναι το περιεχόμενο της εργασίας τους -ηθελημένα η σειρά το κρατά αδιευκρίνιστο- και έτσι, αποτελούν τα τέλεια θύματα της συνθήκης που θέλει τον σύγχρονο εργαζόμενο να αποκόπτεται από το παραγόμενο αποτέλεσμα, να είναι ένας παραγωγός αποξενωμένος από αυτά που παράγει και ως εκ τούτου δέσμιός τους. Εντός του εργασιακού χώρου δε γαλουχείται από τα πάνω μια κουλτούρα λατρείας προς τον υποτίθεται οραματιστή ιδιοκτήτη της εταιρείας – κολοσσού με το αδιευκρίνιστο αντικείμενο: ούτε λίγο ούτε πολύ, οι εργαζόμενοι μαθαίνουν να αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως «παιδιά» του -και ας μην τον έχουν δει ποτέ- και τους συναδέλφους τους ως αδέρφια, μέλη όλοι μιας μεγάλης οικογένειας: ο πιο πειθαρχημένος και πειθήνιος εργαζόμενος είναι εκείνος που ταυτίζεται με την επιχείρηση της οποίας βρίσκεται στη δούλεψη.

Το φινάλε της πρώτης σεζόν μας αφήνει σε αναμένα κάρβουνα, γεμάτους αγωνία για το πως θα συνεχιστεί η ιστορία, να περιμένουμε με ανυπομονησία την δεύτερη σεζόν. Υποψιαζόμαστε ότι ο Φίλιπ Ντικ, ο πνευματικός πατέρας του σίριαλ, δεν θα έμπαινε στη διαδικασία να προχωρήσει παραπάνω την ιστορία. Αλλά ο Ντικ ήταν ένας απαισιόδοξος άνθρωπος. Το «Severance» πίσω από την μαυρίλα μοιάζει να θέλει να προωθήσει μια αισιόδοξη οπτική, μια θετική προοπτική. Θα την αναζητήσουμε μαζί του στην επόμενη σεζόν με μεγάλη περιέργεια…