«Scarface»: Η βίαιη όψη του αμερικάνικου ονείρου

0

Ο απαραίτητος φόρος τιμής μας στο γκανγκστερικό έπος του Brian De Palma που σημάδεψε τα 80ς.

Υπάρχουν ταινίες που έχουν αφήσει το στίγμα τους για τις καινοτομίες που εισήγαγαν. Υπάρχουν ταινίες αληθινά αριστουργήματα που έχουν μέσα τους όλα τα υλικά που ανάγουν τον κινηματογράφο σε υψηλή τέχνη. Και υπάρχουν οι ταινίες που δεν έχουν τίποτα από όλα αυτά αλλά καθόρισαν μια ολόκληρη εποχή και στην πορεία την σύγχρονη ποπ κουλτούρα. Τo Scarface του Brian De Palma ανήκει ξεκάθαρα στην τελευταία κατηγορία.

Αν και δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην ξέρει την ταινία του De Palma, με τον Al Pacino στον ίσως πιο εμβληματικό ρόλο της καριέρας του, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι πρόκειται για remake της ομότιτλης ταινίας του 1932 από τον Howard Hawks. Η πρωτότυπη ιστορία επικεντρώνεται στην άνοδο και την πτώση του μαφιόζου Tony Camonte, εμπνεύσμενη από την αληθινή ζωή του Al Capone, και την περίοδο που προβλήθηκε, απέκτησε τον τίτλο της πιο βίαιης ταινίας που είχε γυριστεί.

Σχεδόν 50 χρόνια μετά, ο Al Pacino βρέθηκε σε μια προβολή της ταινίας όπου του ήρθε η ιδέα ενός σύγχρονου remake. Αμέσως ήρθε σε επαφή με τον παραγωγό Martin Bregman και τον έπεισε να προχωρησει τις διαδικασίες για την δημιουργία της ταινίας. Ο πρώτος άνθρωπος που ανέλαβε την σκηνοθεσία ήταν ο Sidney Lumet (12 Angry Men) και την συγγραφή του σεναρίου ο Oliver Stone, φρέσκος από την επιτυχία του Midnight Express. Ο Stone αρχικά δεν ενδιαφέρθηκε για άλλη μια γκαγνκστερική ταινία με Ιταλούς αλλά ο Lumet τον έπεισε να βασίσει το σενάριο στους Marielitos, τις συμμορίες των Κουβανών προσφύγων που είχαν εδραιωθεί στο Μαϊάμι. Ο Stone πείστηκε με αυτή την προσέγγιση και ξεκίνησε να γράφει το σενάριο, επηρεασμένος από τον εθισμό του στην κοκαΐνη και τις αλληλεπιδράσεις του με πραγματικούς μαφιόζους. Ωστόσο οι Bregman και Lumet διαφωνούσαν για την μορφή της ταινίας, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αποχωρήσει και να έρθει στην θέση του ο Brian De Palma.

Έχοντας την φήμη του κακού παιδιού ανάμεσα στα μεγαθήρια της γενιάς του (Coppola, Scorseze, Spielberg κλπ κλπ), ο De Palma ανέλαβε την σκηνοθεσία, με σκοπό να γυρίσει την πρώτη του γκανγκστερική ταινία αλλά και να συνεργαστεί με τον Al Pacino. Έτσι εγένετο το Scarface, η ταινία που έσπασε τα ταμεία όταν προβλήθηκε…οκ, δεν έγινε ακριβώς έτσι. Για την ακρίβεια το Scarface πάτωσε στο box office και θάφτηκε έντονα από την πλειοψηφία των κριτικών της εποχής, καταλήγοντας σε εμπορική αποτυχία. Η έντονη βία και η b – movie αισθητική δεν έπεισαν κανέναν κριτικό και όλα έδειχναν ότι το ”Scarface” θα άφηνε ένα υποτυπώδες ίχνος στην κινηματογραφική ιστορία.

Ας όψεται όμως η βιντεοκασέτα. Ό,τι δεν κατάφερε στην μεγάλη οθόνη, το πέτυχε πανηγυρικά στην μικρή, σπάζοντας κάθε ρεκόρ ενοικιάσεων, ξεπερνώντας ακόμα και το υπερεπιτυχημένο ET. Η νεολαία της Αμερικής και ειδικότερα η μαύρη κοινότητα βρήκε στο πρόσωπο του Tony Montana τον απόλυτο αντιήρωα. Ερχόμενος από το πουθενά, φτωχός, άξεστος, περιθωριακός αλλά με ένα άσβεστο πάθος για να κατακτήσει τον κόσμο, ο Tony Montana αποτέλεσε την βίαιη όψη του αμερικάνικου ονείρου και την απατηλή λάμψη του.

Πλέον τα εφηβικά δωμάτια γέμιζαν από αφίσες του Tony Montana και το σλόγκαν της ταινίας ”The world is yours” έγινε το μότο μιας ολόκληρης γενιάς που ζητούσε να αποκτήσει τα πάντα. Το Scarface μεταμορφώθηκε σε έργο που καθορίσε μια ολόκληρη δεκαετία, ένα ποπ φαινόμενο, όπως τα Pulp Fiction και Trainspotting στα 90ς και το The Dark Knight στα 00ς. Πως όμως μια εμπορική αποτυχία στους κινηματογράφους κατάφερε να εξυψώσει το στάτους της στο κλασσικό; Πως ανάμεσα σε τόσα γκανγκστερικά έπη, το Scarface κατόρθωσε να βρίσκεται ανάμεσα τους, υστερώντας αντικειμενικά σε ποιότητα;

Αν υπάρχει ένας κοινός συντελεστής που ενώνει όλες τις γκανγκστερικές ταινίες, αυτός αφορά το αμερικάνικο όνειρο. Η πρώτη ατάκα που ακούγεται στον θρυλικό Νονο του Κόπολα είναι το ”I believe in America”. Η πίστη στην Αμερική έκανε εκατομμύρια μετανάστες να περάσουν στην άλλη άκρη του Ατλαντικου για μια καλύτερη ζωή. Στο δεύτερο μέρος του Νονού ο νεαρός Βίτο Κορλεόνε δεν έχει καμία πρόθεση να γίνει αφεντικό της ισχυρότερης μαφίας της Νέας Υόρκης. Βλέποντας όμως την εκμετάλλευση από τους ισχυρούς συντοπίτες του, αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και να γίνει ο ίδιος ισχυρός. Βασικά δεν υπάρχει γκαγνκστερική ταινία που να μην έχει στην βάση της αφήγησης της το κυνήγι του αμερικάνικου ονείρου.

Η περίπτωση του Τόνι Μοντάνα είναι διαφορετική. Ο ίδιος έρχεται στην Αμερική μαζί με χιλιάδες Κουβανούς πρόσφυγες ως απόρροια της συμφωνίας του Φιντέλ Κάστρο με την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ο Κάστρο βρίσκει ευκαιρία να μειώσει τον αριθμό των κρατούμενων στις φυλακές της Κούβας, στέλνοντας τους στους Αμερικάνους και έτσι δημιουργείται μια προσφυγική κρίση, με χιλιάδες να βρίσκονται σε κέντρα κράτησης (σας θυμίζει κάτι;). Ο Τόνι όμως δεν έχει καμία αλληλεγγύη για τους συμπατριώτες του. Το μόνο που τον νοιάζει είναι πως θα ανελιχθεί στην χώρα των ευκαιριών. Και η ευκαιρία δεν αργεί, αναλαμβάνοντας μια πολιτική δολοφονία για λογαριασμό ενός Κουβανού μαφιόζου. Από εκεί και ύστερα ακολουθεί η άνοδος του στην κορυφή του υπόκοσμου και η αναπόφευκτη πτώση του.

Η ταινία εξαντλεί το ομολογουμένως ενδιαφέρον πολιτικό στοιχείο στα πρώτα δέκα λεπτά για να ασχοληθεί πλήρως με τον πρωταγωνιστή της. Ο Τόνι Μοντάνα δεν έχει την γοητεία των Βίτο ή Μάικλ Κορλεόνε, ούτε την τσαχπινιά των Καλών Παιδιών του Σκορσέζε. Είναι αγενής, είναι κτητικός σε σημείο να υπονοείται έντονα ότι γουστάρει ερωτικά την αδερφή του και δεν δείχνει κανένα έλεος, πέρα από δυό σκηνές. Είναι ο χαρακτήρας που θέλεις να γίνεις όταν είσαι έφηβος και ευχαριστείς το σύμπαν που δεν έγινες έτσι, όταν ενηλικιωθείς.

Ακόμα όμως και μέσα από μια πιο ώριμη ματιά, υπάρχει κάτι ρομαντικό στον χαρακτήρα του. Η ακόρεστη όρεξη του για κατακτήσεις τον καθιστά ταυτόχρονα αντιπαθητικό αλλά και συμπαθή. Η επιλογή των Στόουν και Ντε Πάλμα να βάλουν πρωταγωνιστή έναν τόσο αντισυμβατικό ήρωα, είναι και αυτό που κάνει το Scarface να θεωρείται κλασσικό. Ο συνδυασμός της αγριότητας του Montana μαζί με τις μνημειώδεις macho ατάκες του τον ανάγουν στον ίσως πιο διάσημο αντιήρωα που έχει εμφανιστεί σε κινηματογραφικό πανί. Πως γίνεται να ξεχάσεις ατάκες όπως το ”The eyes chico, they never lie” ή την απόλυτη οργή του ”Say hello to my little friend”; Είναι ο ορισμός του κλισέ; Ναι, είναι. Είναι απίστευτα απολαυστικό; Επίσης είναι. Το Scarface έχει τον αέρα της ένοχης απόλαυσης. Είναι το μπάσταρδο παιδί της καλτίλας των 80ς με την κυνικότητα των 70ς. Σ’ αυτό βοηθάει και η υπέροχη glam αισθητική μαζί με το διαχρονικό soundtrack, που φέρει την υπογραφή του τεράστιου Georgio Moroder.

Το δεύτερο κομμάτι που κάνει την ταινία ανεξίτηλη είναι οι over the top σκηνές φόνων. Από την περίφημη σκηνή με το αλυσοπρίονο (φόρος τιμής στο Texas Chainsaw Massacre) και τον απαγχονισμό από ελικόπτερο, στο εκρηκτικό φινάλε και τον επικό θάνατο του Τόνι Μοντάνα, κάθε σκηνή έντασης είναι γυρισμένη ώστε να μένει για πάντα στο κεφάλι σου. Ελάχιστες ταινίες μπορούμε να θυμηθούμε με τόσες πανέμορφα βίαιες σεκάνς.

Κι αν δεν εκτιμάς το Scarface σαν ταινία δεν γίνεται να μην εκτιμήσεις την κληρονομιά του στην ποπ κουλτούρα. Η μόδα με τους αντιήρωες πρωταγωνιστές των τηλεοπτικών σειρών των early 00ς πηγάζει από την ταινία του De Palma, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το ”Breaking Bad”. Η σειρά δεν δίστασε ποτέ να το κρύψει, βάζοντας τον Walter White να παρακολουθεί την ταινία μαζί με τα παιδιά του καθώς και να χρησιμοποιεί τους ηθοποιούς της ταινίας σε ρόλους-κλειδιά. Το GTA Vice City έχει αντιγράψει πιστά την αισθητική και τον κόσμο του Scarface, καταλήγοντας να γίνει ένα από τα πιο διάσημα videogames όλων των εποχών. Ο Σακιλ Ο Νιλ οργανώνει κάθε χρόνο πάρτι με Scarface theme, σε σπίτι που είναι διακοσμημένο όπως του Τόνι Μοντάνα και οι καλεσμένοι φοράνε ρούχα εμπνευσμένα από την ταινία.

Εν τέλει ο Tony Montana ενσαρκώνει το τσογλάνι που έχουμε μέσα μας. Είναι οι φαντασιώσεις που κάνουμε όταν δεχόμαστε πίεση στη δουλειά, όταν μπλέκουμε με έναν μαλάκα στο αυτοκίνητο. Κι αυτή είναι η διαχρονική γοητεία του Σημαδεμένου. Ας μην γελιόμαστε, στην σημερινή εποχή η ταινία δεν θα έβγαινε ποτέ και απολύτως δικαιολογημένα. Το ”Scarface” είναι προϊόν της εποχής του, το ίδιο και ο ήρωάς του. Το remake του Γκουαντανίνο θα είναι σίγουρα διαφορετικό και πιο κοντά στην σύγχρονη εποχή.

Η ιστορία του Σημαδεμένου είναι έτσι κι αλλιώς μια διαχρονική ιστορία. Είναι η ιστορία των μεταναστών, η ιστορία των ανθρώπων που ξεκίνησαν από το μηδέν για να φτάσουν στην κορυφή, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο που είχαν στην διάθεσή τους. Είναι η άλλη, πιο βίαιη όψη του αμερικάνικου ονείρου, η άνοδος και η πτώση σε ένα άνισο σύστημα. Σε ένα σύστημα που για να ανέλθεις επιβάλλεται να είσαι ανήθικος. Σε ένα σύστημα που τα σκουπίδια θεωρούνται ευεργέτες και οι διεφθαρμένοι σύμβολα δικαιοσύνης. Ο Τόνι Μοντάνα, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους κινηματογραφικούς μαφιόζους, δεν ρομαντικοποιείται σε καμία στιγμή και η ωμή ειλικρίνεια του φανερώνει την αδίστακτη φύση του οργανωμένου εγκλήματος. Ο Ντε Πάλμα αναδεικνύει τον απόλυτο αντιήρωα χωρίς κανένα ίχνος απολογίας και η ποπ κουλτούρα θα αποκτήσει έναν χαρακτήρα που θα μείνει στην κινηματογραφική ιστορία για πάντα.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here