«Old»: Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μια κακιά συνήθεια: αδυνατούν να επικεντρωθούν στο τώρα, στο άμεσο βίωμά τους. Μένουν κολλημένοι στο παρελθόν και το αναλύουν και το ξαναναλύουν λες και μπορούν να κάνουν κάτι για να το αλλάξουν. Άλλες φορές, σκέφτονται υπερβολικά το μέλλον: κάνουν διαρκώς σχέδια για αυτό, καθορίζονται από αυτά και μάλιστα, σε τέτοιο βαθμό που ακόμα και όταν επιτευχθούν αδυνατούν να απολαύσουν τη στιγμή – ένα νέο μέλλον έρχεται άλλωστε και πρέπει να το σχεδιάσουν. Ο χρόνος γενικά, εκείνος που έφυγε και εκείνος που έρχεται, είναι μια από τις μεγαλύτερες κατάρες του ανθρώπινου είδους.

Αυτός είναι ο βασικός φιλοσοφικός προβληματισμός που αποτελεί την κινητήριο δύναμη του «Old», της νέας ταινίας του Μ. Νάιτ Σιάμαλαν, η οποία είναι δεδομένο πως θα διχάσει, όπως άλλωστε είναι καταδικασμένη κάθε ταινία του συγκεκριμένου σκηνοθέτη. Μπορεί άλλωστε ο Σιάμαλαν να μην βιώνει πλέον τις εποχές της μεγάλης απαξίωσης που σταδιακά άρχισαν να εδραιώνονται μετά τον «Άφθαρτο» και έλαβαν οριστικό φινάλε με το «Split» αλλά δεν είναι και λίγοι εκείνοι που κρατάνε μικρό καλάθι σε κάθε δημιουργία του και εν τέλει βλέπουν ξενερωμένοι τους τίτλους τέλους να πέφτουν.

Σε πολύ μεγάλο βαθμό η πρόσληψη αυτή του Σιάμαλαν για μεγάλο κομμάτι του κινηματογραφικού κοινού οφείλεται στο σήμα κατατεθέν του, αυτό που τον εδραίωσε ως πρωτοκλασάτο όνομα του Χόλιγουντ και που συνεχίζει να τον ακολουθεί ακόμα και σήμερα, πάνω από 20 χρόνια μετά την «6η Αίσθηση»: την εμμονή του με τα ανατρεπτικά φινάλε. Σταδιακά, οι ταινίες του Σιάμαλαν κατέληξαν να προσλαμβάνονται ως μεγάλοι πρόλογοι για ένα εξεζητημένο φινάλε. Το «Old» δεν ξεφεύγει από αυτόν τον κανόνα και η αλήθεια είναι πως ο δημιουργός του δεν προκαλεί μαζικές εκπλήξεις αλλά μάλλον αμηχανία με την κατάληξη της τελευταίας του ταινίας.

Είναι ωστόσο άδικο το «Old» να κριθεί περιοριστικά από το γεγονός ότι δεν σοκάρει το τέλος του. Για την ακρίβεια, αν επρόκειτο για την ταινία κάποιου άλλου σκηνοθέτη δεν θα ήταν λίγοι εκείνοι που θα αγνοούσαν το ότι δεν φτάνει σε επίπεδα χιτσκοκικής εξέλιξης η εξέλιξη του «Old» (διότι αυτές είναι οι προσδοκίες από τον Σιάμαλαν και οτιδήποτε λιγότερο χλευάζεται) και θα επικεντρώνονταν στο κεντρικό του σκέλος που μόνο αδιάφορο δεν είναι. Στην τελική, αν κάτι δεν μπορεί να αποδοθεί ως κατηγορία στο «Old» (αλλά και στο έργο του Σιάμαλαν συνολικά) είναι πως διακατέχεται από ρηχότητα το περιεχόμενό του.

Στο «Old», ο Guy και η Prisca, ένα παντρεμένο ζευγάρι στα πρόθυρα του χωρισμού και τα δύο τους παιδιά πηγαίνουν για καλοκαιρινές διακοπές σε ένα πολυτελές, παραθαλάσσιο ξενοδοχείο με την λογική να περάσουν τις τελευταίες οικογενειακές διακοπές τους πριν την διάλυση του γάμου τους. Η οικογένεια και μερικοί ακόμα θαμώνες του πολυτελούς ξενοδοχείου, θα μεταβούν για μια μίνι εκδρομή σε μια ερημική αλλά πανέμορφη παραλία. Και εκεί τα πράγματα παίρνουν μια απρόσμενη τροπή. Οι πρωταγωνιστές εγκλωβίζονται στην παραλία, η οποία έχει την ικανότητα να τους γερνάει με ανεξέλεγκτους ρυθμούς: μέσα σε μια μέρα τα σώματά τους γερνάνε κατά δεκαετίες. Εν μέσω ενός πρωτοφανούς πανικού, θα πρέπει να νικήσουν τον χρόνο και να δραπετεύσουν από αυτό το μυστηριώδες μέρος πριν… πεθάνουν από γηρατειά.

Η σκηνοθεσία είναι αριστοτεχνική, όπως σε κάθε ταινία του Σιάμαλαν το Φανταστικό, το horror και ο… Χίτσκοκ παντρεύονται αρμονικά: βλέπουμε την ταινία ενός μεγάλου auteur που ξέρει να φτιάχνει ατμόσφαιρα και να καθηλώνει το κοινό με το ρυθμό και την ένταση που χτίζει λες και βάζει να πιει ένα ποτήρι νερό. Ωστόσο, πέρα από το πρώτο επίπεδο, το «Old» λειτουργεί εξόχως αποτελεσματικά και στο δεύτερο, το αλληγορικό του επίπεδο.

Πολύ σύντομα γινόμαστε μάρτυρες μιας υπαρξιακής σπουδής πάνω στην κατάρα του χρόνου, πάνω στο αναπόφευκτο της αίσθησης του πεπερασμένου που δεν μπορεί παρά να καθορίζει την ανθρώπινη συνείδηση. Ο Σιάμαλαν σκάβει το ανθρώπινο υποσυνείδητο και μελετά το πως αυτό τροφοδοτεί το συνειδητό με την προσμονή και την λαχτάρα της κατάκτησης της ευτυχίας. Για την ακρίβεια, με την αγωνία να προλάβουμε να ζήσουμε ευτυχισμένοι κάτω από το βάρος της συνειδητοποίησης πως δεν θα ζήσουμε για πάντα. Εν τέλει, το «Old» μελετά την διαλεκτική ανάμεσα στην πρόσκαιρη και την διαχρονική ευτυχία και το πως τα παιχνίδια του χρόνου μας καθιστούν ανίκανους να βρούμε την χρυσή τομή ανάμεσά τους, να «δαμάσουμε» δηλαδή τον χρόνο.

Αν το φινάλε, που με έναν πρόχειρο τρόπο μοιάζει να θέλει να κάνει ένα σχόλιο πάνω στην επικαιρότητα της πανδημίας και την φύση της επιστήμης στον σύγχρονο κόσμο, δεν καταφέρνει να κουβαλήσει την δύναμη που προσδοκάνε άπαντες ακούγοντας το όνομα του Σιάμαλαν, η ταινία καταφέρνει στο βασικό της κορμό να επιτελέσει αποτελεσματικά την διπλή της ταυτότητα: είναι ένα σκεπτόμενο και εγκεφαλικό φιλμ με άπειρη ψυχή φανταστικού.