«Nope»: Στα σαγόνια των Στενών Επαφών Τρίτου Τύπου

Υπάρχει μια παρεξήγηση, η οποία κυνηγάει τον Τζόρνταν Πιλ από την πρώτη στιγμή που επέλεξε να αφήσει το είδος της τηλεοπτικής κωμωδίας για να «μετακομίσει» σε αυτό του (κινηματογραφικού) horror. Μια παρεξήγηση που εν πολλοίς οφείλεται στο εντυπωσιακό του ντεμπούτο, το «Get Out». Η παρεξήγηση αυτή έχει να κάνει με το περιεχόμενο του έργου του, το οποίο πολύ συχνά εκλαμβάνεται ως «αντιρατσιστικό»: ένας μαύρος δημιουργός που μιλάει για την καταπίεση των μαύρων. Μόνο που ο Τζόρνταν Πιλ δεν είναι τόσο μονοδιάστατος δημιουργός. Ο Πιλ δεν μιλάει απλά για τους μαύρους ανθρώπους -και ας είναι η οπτική του απόλυτα καθορισμένη από αυτή του την ταυτότητα. Μιλάει για την Αμερική συνολικά.

Με το καταπληκτικό «US», την ταινία που ακολούθησε το «Get Out», θα περίμενε κανείς πως η παρεξήγηση αυτή θα είχε λυθεί. Ο Πιλ έδειξε με το «US» πως δεν έχει καμία μανιέρα στην αφήγησή του, πως μπορεί να κάνει ταινίες εξ΄ολοκλήρου διαφορετικές μεταξύ τους και ταυτόχρονα, να κρατάει ανέπαφη σε αυτές τη δημιουργική του υπογραφή. Ταυτόχρονα, απέδειξε πως η πολιτικοποίησή του δεν περιορίζεται στο επίπεδο του αντιρατσισμού: μπορεί το «US» να διακατεχόταν από την οπτική του ως μαύρος καλλιτέχνης αλλά ταυτόχρονα, σχολίασε κάτι πολύ ευρύτερο: μετά το αντιρατσιστικό του μανιφέστο, ο Πιλ μας παρέδωσε και ένα πούρο αντικαπιταλιστικό σχόλιο.

Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά με τόσο πλούσιο -αν και σύντομο- παρελθόν: η τρίτη ταινία του υπήρξε πολυαναμενόμενη με την αναγγελία της. Κυρίως, διότι ο Πιλ κατάφερε με το σπαθί του κάτι που ακόμα και οι μεγαλύτεροι σκηνοθέτες του Χόλιγουντ, πολλές φορές αδυνατούν να πετύχουν: να περιμένουμε πως και πως την νέα δημιουργία του και ταυτόχρονα, να μην έχουμε ιδέα τι πρόκειται να δούμε διότι ο τύπος μεταλλάσσεται αποφασιστικά σε όλα τα επίπεδα από ταινία σε ταινία.

Το «Nope» έμεινε πιστό σε αυτή την δημιουργικά εξελικτική διαδικασία του Τζόρνταν Πιλ. Και αυτό είναι μια διαπίστωση που οφείλει κανείς να αναγνωρίσει ως προς την ταινία ανεξάρτητα από το αν του αρέσει ή όχι: όσο διαφορετικές μεταξύ τους ήταν οι δυο πρώτες ταινίες του Πιλ, άλλο τόσο διαφορετική είναι και η τρίτη του σε σχέση με τις άλλες δύο. Για την ακρίβεια, πρόκειται για την ξεκάθαρα πιο φιλόδοξη και πιο πυκνή δημιουργία του σκηνοθέτη και ως εκ τούτου, μάλλον είναι εκείνη που θα διχάσει περισσότερο από όλες.

Δεν είναι τυχαίο που κατά τη διάρκεια της προώθησης της ταινίας, το trailer επέλεξε να δείξει ελάχιστα πράγματα. Ότι δηλαδή έχουμε να κάνουμε με την καθημερινότητα ενός ράντσου, η οποία διαταράσσεται όταν από τον ουρανό ξεπροβάλλει ένα ύποπτο και μυστηριώδες αντικείμενο (μάλλον…), που αναπόφευκτα κάνει τους φιλήσυχους κατοίκους να παθαίνουν εμμονή μαζί του και να θέλουν να κατανοήσουν περί τίνος πρόκειται.

Θα ήταν άδικο για την ταινία να αναφερθεί το οτιδήποτε άλλο διότι η δύναμή της έγκειται ακριβώς στο ξεδίπλωμα μιας πλοκής όπου όλα μοιάζουν αδιευκρίνιστα και αλλόκοτα. Το σασπένς, η αγωνία, η στιλιζαρισμένη σκηνοθεσία, μια διαρκής ειρωνεία απέναντι σε έναν κόσμο καθορισμένο από λευκούς ανθρώπους αλλά και μιας συνεχόμενη εσάνς αυτοσαρκασμού: όλος ο Πιλ όπως το αγαπήσαμε είναι εκεί και ταυτόχρονα… πέρα για πέρα διαφορετικός, πιο πειραματικός, πιο περίπλοκος από ποτέ.

Ο Πιλ για μια ακόμα φορά σχολιάζει τα ήθη, τα έθιμα και εν τέλει τη βαθιά ουσία της αμερικάνικης κοινωνίας εμβολιάζοντας τους συμβολισμούς του με παράπλευρα σχόλια για την ανθρώπινη αλλαζονία απέναντι στη φύση, την φαινομενική παραδοξότητα της συνύπαρξης με αυτό που εκλαμβάνεται ως «ξένο», την αστειότητα του αμερικάνικου ονείρου και της εμμονής για κοινωνική ανέλιξη, την βιομηχανία του θεάματος και όλα αυτά χωρίς ποτέ να ξεχνάει να υπηρετήσει με αγάπη και μεράκι το Sci Fi horror, όπου και εντάσσεται -χωρίς ωστόσο ίχνος σύμβασης- η τρίτη δημιουργία του.

Ταυτόχρονα, στέλνει ένα μεγάλο ερωτικό γράμμα στο Χόλιγουντ και ειδικότερα, στο γουέστερν είδος και την πρώιμη φιλμογραφία του Στίβεν Σπίλμπεργκ: πέρα από τις προφανείς αναφορές στο «Στενές Επαφές Τρίτου» στο οποίο με περηφάνια πέφτει το βλέμμα του Πιλ, οι πιο «μερακλήδες» θα αντιληφθούν και τις εκλεκτικές συγγένειες με τα «Σαγόνια του Καρχαρία» από όπου και ξεσηκώνεται αυτούσια η διαδικασία σύγκρουσης ανάμεσα στους πρωταγωνιστές και το… «ξένο».

Εν κατακλείδι: πανεύκολα η ταινία της χρονιάς. Σίγουρα όχι για όλους βέβαια. Και για την ακρίβεια, ακριβώς εξαιτίας αυτού….