«The Batman»: Η νουάρ κατάβαση του Σκοτεινού Ιππότη

Η δυνατότητα του υπερηρωικού είδους να παραμένει παντός καιρού και να μην ξεμένει ποτέ από νέες ιδέες έγκειται σε ένα δομικό του χαρακτηριστικό: επί της ουσίας, το υπερηρωικό είδος δεν είναι… είδος με την κυριολεκτική έννοια του όρου και ας αρχειοθετούμε σε αυτό κάθε ιστορία που εμπεριέχει μια αρχετυπική υπερηρωική φιγούρα. Στην πραγματικότητα, έχουμε να κάνουμε με ένα «όχημα» που κατα περιπτώσεις κουβαλάει άλλα, αληθινά (με την κυριολεκτική έννοια του όρου) είδη: μέσα του μπορεί να βολευτεί μια horror ιστορία ή (τις περισσότερες φορές) μια action ιστορία ή μια Sci Fi ιστορία, καμία φορά μπορεί να βολευτεί και μια κωμωδία. Ή ακόμα και ένα παραδοσιακό νουάρ…

Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που ο Μπάτμαν είναι ο απόλυτος, αδιαφιλονίκητος βασιλιάς του «είδους». Μην ξεχνιόμαστε: πρόκειται για έναν τύπο που δεν έχει την παραμικρή υπερδύναμη και άρα, κατ΄αντίστοιχία με το υπερηρωικό «είδος», ο Μπάτμαν είναι ένας υπερήρωας που δεν είναι… ακριβώς υπερήρωας. Τελικά, η θνητότητα που διακατέχει την ύπαρξή του, αν και σε ένα πρώτο επίπεδο φαντάζει ένα περιοριστικό χαρακτηριστικό, είναι εν τέλει ο λόγος που ένα σωρό διαφορετικές εκδοχές του μπορούν να ταιριάξουν στο προφίλ του. Πρωταγωνιστής μιας γότθικης φαντασίωσης στο μυαλό του πρώιμου Τιμ Μπάρτον, κεντρική φιγούρα στις Τζειμς-Μποντ-ικής, βρετανικής αισθητικής περιπέτειες του Κρίστοφερ Νόλαν, το ανθρώπινο στοιχείο σε συμμαχίες Θεών όπως η Justice League: οι εκδοχές του Μπάτμαν είναι τόσες πολλές που σε μεγάλο βαθμό παραμένουν ανεξερεύνητες στον κινηματογράφο ενώ ταυτόχρονα είναι ο ήρωας με τις περισσότερες ταινίες στο ενεργητικό του από κάθε άλλον!

Το παράδοξο σε σχέση με την παραπάνω πραγματικότητα είναι πως μέχρι και πριν το «The Batman» του Ματ Ριβς, ανεξερεύνητη παρέμενε στο σινεμά και η πρωταρχική εκδοχή του Μπάτμαν, η αφετηριακή του: η νουάρ. Ήταν άλλωστε στα τέλη των 30s, δηλαδή της χρυσής εποχής των φιλμ νουάρ και της αντικειμενικής τους ταύτισης συνολικά με το crime fiction genre, που ο Μπάτμαν ντεμπουτάρισε στις σελίδες του «Detective Comics» ως ένας ήρωας του καιρού του: ένας ντετέκτιβ. Πέρα και έξω λοιπόν από όλα τα υπόλοιπα προτερήματα του «The Batman» του Ματ Ριβς (και αυτά είναι πολλά), η ταινία αυτή είναι σημαντική μόνο και μόνο για αυτόν τον λόγο: έχει το θάρρος να αντισταθεί στις εμπορικές κορώνες που φέρνει μαζί του το brandname του Μπάτμαν και να αγκαλιάσει χωρίς εκπτώσεις την νουάρ πλευρά του, που τόσο πολύ έλειπε από την κινηματογραφική του παρουσία όλα αυτά τα χρόνια (ας είναι καλά το «Joker» που άνοιξε προ τριετίας τον δρόμο για τόσο «προσγειωμένο» superhero σινεμά).

Τα νουάρ έχουν τους δικούς τους, εσωτερικούς κανόνες και όσοι πιο πολλοί εξ΄ αυτών καταφέρνουν να ορίζουν το κεντρικό τους στόρι τόσο μεγαλύτερη είναι και η αξία τους. Καταρχάς, εξελίσσονται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον τόσο σκοτεινό και απαισιόδοξο που τίποτα δεν μπορεί να το φωτίσει, ούτε φυσικά και η έκβαση της ιστορίας που παρακολουθούμε. Υπόρρητοι κοινωνικοί σχολιασμοί, ξεκάθαροι πλην εντελώς διακριτικοί υπάρχουν διάσπαρτοι στην ιστορία. Πρωταγωνιστής είναι ένας μοναχικός ντετέκτιβ, που παλεύει με τους προσωπικούς του δαίμονες και αντιλαμβάνεται ως μοναδική του λύτρωση τη δουλειά του – πολλές φορές ο ντετέκτιβ αυτός είναι και ο αφήγητης της ιστορίας. Σύντομα, ο κεντρικός πρωταγωνιστής καταπιάνεται με μια υπόθεση πολύ μεγαλύτερη από αυτές που έχει μάθει να φέρνει εις πέρας, μια υπόθεση που διακλαδώνεται σε επιμέρους υποθέσεις για να γίνει τελικά μια λαβυρινθώδης σπαζοκεφαλιά: μια υπόθεση μεγαλύτερη από τον ίδιο.Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται και τμήμα αυτής της αβεβαιότητας είναι και μια femme fatale με αδιευκρίνιστα κίνητρα, που όσο γοητεύει τον πρωταγωνιστή άλλο τόσο τον κάνει να αμφιβάλει για το αν πρέπει να την εμπιστεύεται. Εν τέλει, μέσα από την εμπλοκή του σε όλα τα παραπάνω, ο ντετέκτιβ αλλάζει, αμφισβητεί τις βεβαιότητές του και σε αντιδιαστολή με το αμετακίνητο περιβάλλον στο οποίο δρα, στο φινάλε της ιστορίας είναι διαφορετικός σε σχέση με την αρχή της. Και αυτή η αλλαγή διαρρηγνύει τον κυνισμό που απορρέει από το όλο στόρι, για λίγο συγκινεί τον θεατή.

Είναι αληθινά εντυπωσιακό πως το «The Batman» καταφέρνει να τηρήσει έναν προς έναν, με τρομακτική ευλάβεια και ταυτόχρονα μεγάλη αγάπη ως προς την βαθιά ουσία του Μπάτμαν, όλους αυτούς τους κανόνες της νουάρ παράδοσης. Όχι τυχαία φυσικά έχει ως βασικό του οδηγό το «The Long Halloween», την πιο εμβληματική whodunit ιστορία της κόμιξ μυθολογίας του Σκοτεινού Ιππότη. Όπως ο βασικός ανταγωνιστής του «The Long Halloween» -ο λεγόμενος Holiday Killer- επιχειρεί να ξεβρωμίσει την Γκόθαμ Σίτι από την μαφία που την διοικεί σκοτώνοντας τα εξέχοντα μέλη της, έτσι και ο Γρίφος στο «The Batman» παίρνει τον ρόλο του Εκδικητή μέσα στην πόλη και στοχοποιεί διεφθαρμένους πολιτικούς, βρώμικους μπάτσους και εισαγγελείς, ανέγγιχτους από τον νόμο μαφιόζους. Δανειζόμενος ισόποσα στοιχεία από τη μεθοδολογία του serial killer στο «Seven» αλλά και την παιχνιδιάρικη διάθεση ενός Zodiac (προφανείς οι αναφορές στις δυο ταινίες του Φίντσερ) προ(σ)καλεί τον έτερο εκδικητή της πόλης, τον Μπάτμαν, σε ένα παιχνίδι εκδίκησης εντελώς διαφορετικό από αυτά που ο τελευταίος έχει συνηθίσει.

Μπάτμαν (Ρόμπερτ Πάτινσον) και Γρίφος (Πολ Ντάνο) μοιράζονται την δίψα για εκδίκηση -μέσα από συγκεκριμένα οπτικά παιχνίδια, η ταινία κάνει ξεκάθαρες τις ομοιότητες των κινήτρων τους- και οι διαφορές τους μένει να φανούν αν είναι αληθινά ουσιαστικές: ο μεν Μπάτμαν είναι προστάτης της τάξης και της ασφάλειας, ο δε Γρίφος την βρίσκει με την ανομία αλλά σε ένα σύστημα που οι υποτιθέμενοι «καλοί» είναι οι πιο επικίνδυνοι, πόσο σοβαρό είναι να ισχυρίζεται κανείς πως η τάξη και η ασφάλεια συμβαδίζει με την ηθική και η ανομία με την ανηθικότητα;

Στο κατώπι του Γρίφου, ο Μπάτμαν παρασύρεται σε γωνίες του συστήματος που δεν έχει συνηθίσει να κινείται: τα άδυτα του οργανωμένου εγκλήματος και οι σχέσεις του με τους πολιτικούς θεσμούς της πόλης είναι μια εντελώς διαφορετική πίστα από το ξυλίκι με καγκούρικες συμμορίες του δρόμου, διαδικασία που ο ίδιος έχει συνηθίσει ως «εκδίκηση». Και σε αυτή την πίστα όσο καλά εκπαιδευμένος και αν είναι σωματικά ο Σκοτεινός Ιππότης, είναι η πνευματική του κατάσταση που θα του δώσει προσανατολισμό. Οι απόλυτοι μανιχαϊστικοί διαχωρισμοί Καλού και Κακού εδώ είναι άχρηστοι, το να τρομάζεις μικροκλεφτόνια και παραβατικά πρεζόνια δεν έχει καμία σχέση με τη συναναστροφή με τους ανθρώπους αυτού του κόσμου. Εδώ υπάρχουν άλλοι κανόνες, άλλοι κώδικες ηθικής. Για τον μασκοφόρο τιμωρό που δρα μόλις δυο χρόνια στην Γκόθαμ Σίτι και αντιλαμβάνεται ως εκδίκηση το να τρομοκρατείς μικροπαραβάτες, η υπόθεση αυτή είναι ένα αληθινό σχολείο, ο καταθλιπτικός υπερήρωας που δεν έχει τίποτα να χάσει γιατί για τίπορα δεν ενδιαφέρεται πέραν της εκδίκησης, μετουσιώνεται σε τρισδιάστατο χαρακτήρα: η άρνηση του «The Batman» να αποτελεί ένα ακόμα origin πετυχαίνει αυτό που κανένα origin δεν πέτυχε τόσο αποφασιστικά. Και τούτο παρά την εντυπωσιακή πυκνότητα του περιεχομένου του, απόλυτα οργανικά με την περιπλοκότητα της υπόθεσης.

Ο Ματ Ριβς ξέρει ακριβώς ποιες είναι οι προτεραιότητές του και αν και πολλά αυτά που θέλει να πει, ποτέ δεν χάνει την μπάλα. Οι πολιτικοί σχολιασμοί για έναν κόσμο που στη δίψα του για στείρα εκδίκηση καταλήγει να παράγει αντικοινωνικούς χαρακτήρες εντάσσονται στο ίδιο σκεπτικό που γέννησε το «Joker», μόνο που σε αντίθεση με το φιλμ του Τοντ Φίλιπς που αντιλαμβάνεται ως πυρηνικής σημασίας για την ιστορία του αυτούς τους σχολιασμούς και βουτάει με τα μπούνια στην ανάλυσή τους (και καλά κάνει για την δική του ταινία), ο Ριβς σχολιάζει μετρημένα τον εκφασισμό μιας κοινωνίας που κινείται από τη δίψα για εκδίκηση διότι αυτός ο σχολιασμός είναι απλά το αλατοπίπερο σε ένα κυρίως πιάτο που το πούρο crime fiction έχει τον πρώτο λόγο. Και ακριβώς για αυτό είναι εντυπωσιακό το πόσο στοιβαροί χαρακτήρες το συναποτελούν: το «χτίσιμο» των χαρακτήρων από τη μια διακατέχεται από μια εντυπωσιακή αφαιρετικότητα αλλά από την άλλη, η τοποθετησή τους στα τεκταινόμενα γίνεται με τέτοιο τρόπο που τους καθιστά πλήρεις. Τόσο εκείνους όσο και τις μεταξύ τους δυναμικές. Θα γίνουμε επαναλαμβανόμενοι αλλά ίσως πρέπει: έτσι χτίζονται οι χαρακτήρες στα νουάρ. Θέλει μαεστρία και ο Ριβς την κατέχει.

Κάπως έτσι, γύρω από τον ντετέκτιβ και την έρευνά του στήνονται χαρακτήρες και δυναμικές που εύκολα σου δίνουν την εντύπωση πως θα μπορούσαν να έχουν την δική τους ταινία. Η femme fatale Κατγούμαν (Ζόε Κράβιτζ) και ο πιστός Άλφρεντ (Άντι Σέρκις), οι δυο πιο διαχρονικές και περίπλοκες σχέσεις του Μπάτμαν σε όλη τη μυθολογία του, είναι τα δυο κεντρικά μέλη των ψυχολογικών και συναισθηματικών διεργασίων του Σκοτεινού Ιππότη, οι φιγούρες πάνω στις οποίες κεφαλαιοποιείται η απεμπλοκή του από την στασιμότητα και τη μονολιθικότητα του αρχικού του μηδενισμού. Ο Καρμάιν Φαλκόνε (Τζον Τορτούρο) είναι ένας σύγχρονος Δον Κορλεόνε, ευγενικός και αρχοντικός, με μια επίφαση ηθικού κώδικα να επικαλύπτει διαρκώς τις βρωμιές του. Ο Πιγκουίνος (Κόλιν Φάρελ), πιστός στρατιώτης της ζωής που έχει διαλέξει και ως εκ τούτου αληθινά επικίνδυνος και ταυτόχρονα, ουσιαστικά ταγμένος στην άτυπη ηθική του οργανωμένου εγκλήματος – με παράδοξο τρόπο, μια ρομαντική φιγούρα. Και ο Τζέιμς Γκόρντον, η αντίστοιχη ρομαντική φιγούρα του στρατοπέδου του Νόμου, αφοσιωμένος ντετέκτιβ και άξιος συνοδοιπόρος του Μπάτμαν στην περίπλοκη έρευνά του. Όλοι τους τα τέλεια κομμάτια ενός παζλ καλοστημένων χαρακτήρων, που λειτουργεί ως το ιδανικό υπόστρωμα αναβάθμισης της κεντρικής πλοκής.

Το ερώτημα παράγεται στα μυαλά των θεατών σχεδόν φυσικά: αυτό το κινηματογραφικό επίτευγμα που λέγεται «The Batman» καταφέρνει να εκθρονίσει το «The Dark Knight»; Δύσκολη συζήτηση, ειδικά αν εμπλακεί σε αυτή και το «Batman Returns» που για πολλούς παραμένει η τέλεια Μπάτμαν ταινία ακόμα και σήμερα. Με εντελώς ψυχρούς όρους, το «The Batman» είναι το πιο συμπαγές και ώριμο φιλμ της κινηματογραφικής ιστορίας του Σκοτεινού Ιππότη. Όμως ο κινηματογράφος είναι κίνημα και άρα εξ’ ορισμού κινείται: υπό αυτή την έννοια, οι ταινίες που τροφοδοτούν την κίνηση θα είναι πάντα πιο σημαντικές από αυτές που την αξιοποιούν. Είπαμε: δύσκολη συζήτηση.

Σε κάθε περίπτωση, το «The Batman» είναι ιστορική ταινία. Πέρα και έξω από συζητήσεις που δεν θα τελειώσουν ποτέ (και υπό μια έννοια, ευτυχώς) είναι τυχεροί όσοι βιώνουν ετούτο το φιλμ τη στιγμή της γέννησής του. Είμαστε τυχεροί.