«Mortal Kombat»: Ένα (καθόλου) flawless reboot

0

Η νέα ταινία του αγαπημένου videogame πέφτει στην παγίδα των περισσότερων live-action μεταφορών του είδους. 

Fatality, flawless victory, get over here. Αυτές είναι μερικές μόνο από τις εκφράσεις που έχει γεννήσει το Mortal Kombat, το διασημότερο fighting βιντεοπαιχνίδι που εδώ και τρεις δεκαετίες ικανοποιεί τις ανάγκες των απανταχού gamers για ανελέητο ξυλίκι και άφθονο σπλάτερ. Πως γίνεται να ξεχάσουμε τις άπειρες ώρες που σπαταλούσαμε πιτσιρίκια μπροστά στην τηλεόραση, πλακώνοντας ηλεκτρονικά τους φίλους μας και πανηγυρίζοντας υστερικά όταν πραγματοποιούσαμε κάποιο fatality;

Το Mortal Kombat πέρα από, ίσως, το καλύτερο βιντεοπαιχνίδι ξύλου όλων των εποχών είναι κάτι παραπάνω για έμας που λιώναμε στις κονσόλες μας χρόνια ολόκληρα της παιδικής μας ηλικίας. Είναι μία από τις πιο ανέμελες αναμνήσεις μας, πριν μπούμε στο βάσανο που λέγεται ενηλικίωση. Ακόμα και γι’ αυτούς που δεν συνέχισαν να παίζουν τις νεότερες (καταπληκτικές) εκδόσεις του videogame, μόνο στο άκουσμα του ονόματός του βυθίζονται με νοσταλγία σε εκείνες τις όμορφες εποχές.

Για όσους μεγαλώσαμε στα 90ς τεράστιο ρόλο έπαιξε και η ταινία του 1995. Όσοι/ες είστε νεότεροι, απλά φανταστείτε πως ήταν να πηγαίνεις σινεμά τότε για να δεις τους αγαπημένους σου χαρακτήρες με σάρκα και οστά και στην εισαγωγή να παίζει το πιο πορωτικό theme ταινίας που έχει βγει ποτέ.

Όπως καταλαβαίνετε για ένα δεκάχρονο, καταγοητευμένο από το edginess του Mortal Kombat, η ομώνυμη ταινία ήταν ό,τι καλύτερο είχε δει ποτέ.

Τα χρόνια πέρασαν, τα δεκάχρονα ενηλικιώθηκαν και άρχισαν να βλέπουν με πιο καθαρά μάτια εκείνη τη ταινία. Απόλυτο cheesiness, cringy ερμηνείες και εφέ που δεν γέρασαν με τον καλύτερο τρόπο. Ναι, το Mortal Kombat δεν κατάφερε να μείνει ως η καλύτερη ταινία που έχουν δει.

Υπάρχουν όμως και πράγματα που ο σκηνοθέτης της ταινίας, Paul W.S. Anderson (Resident Evil), έκανε σωστά, δίνοντας μας μία από τις καλύτερες live-action μεταφορές ενός videogame (και αυτές δεν είναι πολλές). Τα fatalities – σήμα κατατεθέν του MK – μπορεί να έλειπαν αλλά αυτό που σίγουρα δεν έλειπε ήταν η ψυχή. Μέσα σε 101 λεπτά, η ταινία έστησε χαρακτήρες που αγαπήσαμε, αξιομνημόνευτους villains και μάχες που σε καθήλωναν, με την υπόκρουση ενός καυλωτικού soundtrack. Οι σκηνές ξύλου ίσως είναι ξεπερασμένες πλέον αλλά όσοι το είδαμε τότε, δεν ξεχνάμε τις μάχες Johnny Cage – Scorpion και Liu Kang – Reptile που μας έδωσαν το ίδιο αίσθημα πόρωσης με αυτό του videogame.

Το Mortal Kombat δεν κέρδισε ποτέ μια θέση σε εκείνες τις γαμάτες ταινίες πολεμικών τεχνών, κέρδισε όμως μια θέση στην καρδιά μας. Η συνέχεια βέβαια δεν ήταν τόσο ιδανική, με το Mortal Kombat: Annihilation να το θυμόμαστε κι αυτό νοσταλγικά αλλά με άλλους όρους.

Τα χρόνια πέρναγαν, το videogame συνέχιζε ακόμα σε υψηλά επίπεδα, κερδίζοντας νέες γενιές οπαδών αλλά καμία κουβέντα δεν γινόταν για live-action μεταφορά. Το 2011 ήρθε από το πουθενά μία ανεξάρτητη διαδικτυακή σειρά με τίτλο Mortal Kombat: Legacy. Μέσα από δεκάλεπτα επεισόδια, πήραμε μία γεύση από το πως θα μπορούσε να είναι μία σύγχρονη εκδοχή, πιο προσγειωμένη αλλά πάντα με σεβασμό στο lore. Οι συνθήκες ωρίμαζαν για να δούμε επιτέλους την ταινία Mortal Kombat που πάντα ονειρευόμασταν.

Φετός λοιπόν ήρθε η πολυπόθητη στιγμή για να δούμε το πολυαναμενόμενο reboot. Ύστερα από ένα αιματηρό trailer που μας έδωσε μία πρώτη γεύση από fatalities, ήμασταν πεπεισμένοι ότι το νέο Mortal Kombat θα αγκαλιάσει πλήρως όλα τα στοιχεία που μας έκαναν να το λατρέψουμε.

Και όντως το κάνει. Για την ακρίβεια το κάνει για δέκα λεπτά, όσο κρατάει δηλαδή η υπέροχη εισαγωγή, όπου βλέπουμε την γέννηση της έχθρας των αιώνιων αντιπάλων Scorpion και Sub-Zero. Οι Hiroyuki Sanada (The Last Samurai) και Joe Taslim (The Raid: Redemption) ήταν από τα δυνατά χαρτιά του καστ. Μπαρουτοκαπνισμένοι και οι δύο σε ταινίες πολεμικών τεχνών, αποτέλεσαν τις ιδανικές ενσαρκώσεις των δύο πιο διάσημων χαρακτήρων του videogame και μας έδωσαν μία επική μάχη με ένα απρόσμενο συναισθηματικό υπόβαθρο.

Και αυτό ήταν όλο αγαπητοί αναγνώστες/τριες. Από εκείνο το σημείο και μετά, η ταινία αποκτάει έναν άτσαλο ρυθμό, μέσω ενός κάκιστου μοντάζ, εισάγοντας μας τους υπόλοιπους χαρακτήρες και στήνοντας τον δρόμο για το Mortal Kombat. Γιατί φυσικά η ταινία είναι prequel του μεγάλου τουρνουά και καταλήγουμε να βλέπουμε απλά ένα εισαγωγικό για να γνωρίσουμε τους χαρακτήρες.

Και αυτό ίσως να μην ήταν τόσο κακό, αν οι χαρακτήρες ήταν πραγματικά ενδιαφέροντες. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ένας χαρακτήρας που δημιουργήθηκε αποκλειστικά για την ταινία και ακούει στο όνομα Cole Young. Δυστυχώς αυτή η κίνηση αποδείχθηκε ένα τεράστιο μείον καθώς πρόκειται για τον πιο αδιάφορο πρωταγωνιστή που έχουμε δει εδώ και καιρό. Οκ και εδώ, τουλάχιστον έχουμε τους υπόλοιπους χαρακτήρες για να δεθούμε.

Όχι, φίλοι/ες μας. Το μόνο που παίρνετε είναι νερόβραστους χαρακτήρες χωρίς κανένα κίνητρο, οι οποίοι υπάρχουν για να ικανοποιήσουν οπτικά τους φανς και τίποτα παραπάνω. Οι Liu Kang, Sonya Blade, Jax, Kung Lao, Shang Tsung, Goro, σχεδόν όλοι βασικά, χαραμίζονται μέσα στον φρενήρη ρυθμό της ταινίας και δεν βλέπουμε τίποτα άλλο, πέρα από κάποιες κουλ σκηνές, βγαλμένες από το παιχνίδι. Το αποκορύφωμα είναι η τραγική εμφάνιση του Raiden που μας κάνει να αναπολούμε την απολαυστική ερμηνεία του Christopher Lambert από την ταινία του 1995.

Για να μην είμαστε τελείως κακοί όμως οφείλουμε να τονίσουμε και την πολύ καλή δουλειά που έγινε στους Sub-Zero και Kano. Ο πρώτος κλέβει την παράσταση όποτε εμφανίζεται και αποτελεί έναν επιβλητικό villain που ξεχωρίζει με διαφορά σε όλη την ταινία. Σε κάποια σημεία μάλιστα διέπεται και από στοιχεία horror ταινιών, προσθετώντας μία πιο δαιμονική διάσταση στον χαρακτήρα του. Ο δεύτερος είναι ο μόνος χαρισματικός χαρακτήρας, πετώντας διασκεδαστικές ατάκες κατά ριπάς και αποτελώντας ταυτόχρονα τόσο το comic relief όσο και μία πραγματικά μοχθηρή προσωπικότητα. Όσον αφορά τον Scorpion, μιλάμε για μία σπατάλη των υποκριτικών δυνατοτήτων του Hiroyuki Sanada καθώς η εμφάνισή του στη ταινία διαρκεί ελάχιστα. Και όταν εμφανίζεται, το hype έχει ήδη χαθεί.

Από το στόρι δεν περιμέναμε πολλά έτσι κι αλλιώς αλλά τουλάχιστον θα ήταν καλύτερο να μην είχε προστεθεί ο τρόπος που κερδίζουν τις δυνάμεις τους, προσπαθώντας να αιτιολογήσουν κάτι που δεν χρειάζεται αιτιολόγηση. Μιλάμε για μία μάχη που ορίζει το μέλλον πολλαπλών διαστάσεων. Η προσθήκη του ”αρκάνα”, της πηγής των δυνάμεων των χαρακτήρων, ήταν και αχρείαστη και κακή.

Και κάτι τελευταίο. Πολλοί υπερασπιστές της ταινίας λέγανε: ”Mα καλά, τι περιμένατε; Ταινία Mortal Kombat είναι. Ξύλο και fatalities θέλαμε και μας τα δώσανε”. Αυτό ισχύει ως έναν βαθμό. Fatalities πήραμε και μερικά ήταν εξαιρετικά (όπως αυτό του Kung Lao). Πέρα όμως από αυτό, οι σκηνές ξύλου δεν ήταν καλές. Όταν έχουν βγει ταινίες εδώ και μια δεκαετία όπως το ”The Raid”, τότε ναι, ζητάμε κάτι παραπάνω από μέτριες χορογραφίες.

Επίσης τα fatalities παραδοσιακά στο MK προκύπτουν στο τέλος της κάθε μάχης, αφού έχει πέσει ανελέητο και αιματηρό βρωμόξυλο. Εδώ τα περισσότερα απλά γίνονται για να γίνουν, χωρίς κανένα χτίσιμο, καμία ένταση. Και μία σωστή ταινία Mortal Kombat οφείλει να σου δώσει ένταση.

Αυτό που μας μένει από αυτό το reboot είναι μία τεράστια απογοήτευση. Απογοήτευση γιατί όντως υπήρχε φροντίδα από τους συντελεστές στον σχεδιασμό του κόσμου και των χαρακτήρων αλλά έλλειψη των βασικών στοιχείων που κάνουν μια ταινία να είναι ενδιαφέρουσα. Τουλάχιστον ήταν καλύτερη ταινία από το Mortal Kombat: Annihilation.