«Midsommar»: Ο θάνατος δεν είναι η πιο επώδυνη απώλεια

Λένε ότι ο χωρισμός είναι ένας μικρός θάνατος. Η φράση αυτή έχει ακουστεί και έχει γραφτεί τόσο πολύ που πλέον τείνουμε να την αντιλαμβανόμαστε ως ένα κλισέ της κακιάς ώρας, ως μια ψευδο-φιλοσοφική παρλαπίπα άνευ ουσιαστικού περιεχόμενου: μπορεί ένας χωρισμός να συγκριθεί με έναν θάνατο; Είναι ποτέ δυνατόν; Πράγματι μοιάζει λίγο υπερβολικό αλλά σε ένα συμβολικό επίπεδο, η αναλογία είναι ακριβής: ο θρήνος της απώλειας που προκύπτει μέσω ενός σοβαρού χωρισμού είναι αποτέλεσμα της παύσης μιας συνθήκης, που δεν θα επανακάμψει ποτέ. Όχι, ο χωρισμός δεν είναι θάνατος αλλά -όπως και ο θάνατος- συνιστά απώλεια. Και οι απώλειες είναι πολύ επώδυνα φαινόμενα. Αυτός είναι και ο λόγος που οι άνθρωποι τις φοβούνται.

Το εξαιρετικά εμπνευσμένο νέο κύμα του horror που έχει σκάσει μύτη στις κινηματογραφικές αίθουσες παγκοσμίως τα τελευταία δέκα χρόνια, έχει καταφέρει να επαναπροσδιορίσει το είδος που υπηρετεί με τόσο φρέσκο και αποτελεσματικό τρόπο γιατί έχει πιάσει το νόημα: για να φοβίσεις αποτελεσματικά τους ανθρώπους χρειάζεται να χρησιμοποιηθούν οι καθημερινές και κοινότοπες φοβίες τους. Το κινηματογραφικό κοινό άλλωστε έχει εκπαιδευτεί με τα χρόνια στο να μην φοβάται πια με τα παραδοσιακά εργαλεία του horror. Tα μεταφυσικά στοιχεία, οι απέθαντοι δολοφόνοι, τα αιμοσταγή τέρατα και άλλα τέτοια έχουν προκαλέσει τόση αγωνία και τόσο τρόμο, που πλέον αυτός μοιάζει να έχει στερέψει. Το πολύ-πολύ να μας προκαλέσουν κάνα ξαφνικό jump scare και καμιά πρόσκαιρη ανατριχίλα αλλά μέχρι εκεί. Ουσιωδώς, αυτά δεν τρομάζουν πια τον σύγχρονο θεατή. Φέρε του μπροστά στη μάπα του ωστόσο τις καθημερινές φοβίες του (τον χωρισμό για παράδειγμα…), μετασχημάτισέ τις σε horror ιστορίες και τότε, πραγματικά θα χεστεί πάνω του.

Δεν είναι φυσικά ένα καινούριο κόλπο αυτό. Ίσα-ίσα: το έχουν χρησιμοποιήσει οι καλύτερες horror ταινίες όλων των εποχών και αυτό ήταν το στοιχείο που τις έκανε τελικά, να ξεχωρίζουν από όλες τις υπόλοιπες συγγενικές τους δημιουργίες και σε αντίθεση με αυτές να διακατέχονται από διαχρονικότητα. Αυτό που είναι πραγματικά εντυπωσιακό με την εποχή που βιώνουμε για το είδος είναι πως ενώ στο παρελθόν η εν λόγω μεθοδολογία ήταν η εξαίρεση, πλέον οι νέοι δημιουργοί όχι απλά την χρησιμοποιούν κατά κόρον αλλά ξέρουν και πως να το κάνουν, είναι αποτελεσματικοί μέχρι εκεί που δεν πάει, κάθε χρόνο βλέπουμε τουλάχιστον ένα με δυο horror διαμάντια. Και το 2019, μετά το «Us» ήρθε και άλλο ένα τέτοιο διαμάντι: το «Midsommar» του Άρι Άστερ.

Ο Άστερ είχε φανεί από πέρυσι πως «το έχει»: το «Hereditary» τρόμαξε κόσμο και κοσμάκη και με δεδομένο πως ζούμε σε μια κοινωνία όπου η οικογένεια παραμένει μια από τις κυρίαρχες μορφές κοινωνικής συνύπαρξης, αυτό είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Όμως, με το «Midsommar» ο Άρτσερ αλλάζει επίπεδο, περιδιαβαίνει τόσο τολμηρά τα επικίνδυνα χωράφια της διάλυσης των ερωτικών σχέσεων και ταυτόχρονα αφηγείται την ιστορία του με τόσο άρτια αισθητική -σχεδόν χορογραφικά- που αναγκάζει τον θεατή να καρφωθεί στην καρέκλα του από το πρώτο λεπτό. Κυριολεκτικά από το πρώτο λεπτό! Ακόμα και σε φάσεις που δεν συμβαίνει τίποτα τρομακτικό επί της οθόνης («μόνο θεωρητικά», θα πρόσθετε ο Άστερ και φυσικά θα είχε δίκιο) η ένταση δεν λέει να σε απαλλάξει από την παρουσία της.

Η βασική πλοκή έχει ως εξής: Η Ντάνι και ο Κρίστιαν είναι ένα ζευγάρι δυο φοιτητών που βιώνουν μια σχέση που έχει ουσιαστικά τελειώσει οριστικά αλλά κανείς από τους δυο δεν παίρνει την ευθύνη να την τελειώσει και τυπικά. Είναι από εκείνα τα ζευγάρια που μόνο στη θέασή τους κατανοεί κανείς πως είναι μόνο ο φόβος της απώλειας που τους κρατάει μαζί. Κανένα πάθος, καμία καύλα, κανένα ζωντανό συναίσθημα. Δέχονται την πρόσκληση ενός Σουηδού συμφοιτητή τους να κάνουν καλοκαιρινές διακοπές στο χωριό του. Ένα χωριό που μοιάζει με τον ορισμό της χίπικης κοινότητας, διακατεχόμενο από περίεργα έθιμα, οργανωμένο με έναν κώδικα ηθικής που προκύπτει από μια αδιευκρίνιστη και άγνωστη αίρεση. Είναι ένα χωριό που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από πολύ μακρινές εποχές: η τεχνολογική εξέλιξη δεν το έχει αγγίξει ούτε στο ελάχιστο, η ιεραρχία όσον αφορά την διοίκηση του μέρους καθορίζεται με βάση την ηλικία και κατ’ επέκταση την σοφία. Φυσικά -και αυτό δεν είναι κάποιο ιδιαίτερο spoiler- τα ήθη και τα έθιμα αυτής της γης θα αποδειχθούν εφιαλτικά για τους Αμερικάνους επισκέπτες της.

Η δεξιοτεχνία του Άστερ όσον αφορά τον τρόπο που δομεί το εφιαλτικό σκηνικό που σταδιακά θα τρομοκρατήσει τους πρωταγωνιστές έχει να κάνει -ανάμεσα σε πολλά στοιχεία-με το γεγονός ότι αυτό παρουσιάζεται περισσότερο ως το αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης πολιτισμών (και πολύ λιγότερο ως αποτέλεσμα «κακών» ανταγωνιστών). Ο θεατής αντιλαμβάνεται εξαρχής (και δεν χάνει ποτέ αυτή την εντύπωση όσο και αν κλιμακώνεται ο τρόμος) πως τα όσα σοκάρουν και απειλούν τους πρωταγωνιστές είναι απόλυτα φυσικοποιημένα και καθημερινά για τους μόνιμους κατοίκους αυτού του χωριού. Ναι, ο μεγαλωμένος με βάση τα δυτικά πρότυπα ζωής δεν θα μπορέσει ποτέ να προσαρμοστεί σε αυτό το χωριό αλλά αυτό δεν είναι ζήτημα κάποιας «ανωμαλίας», είναι απλά ζήτημα διαφορετικότητας. Η ικανότητα αυτή του σκηνοθέτη (και σεναριογράφου) της ταινίας να οργανώνει ένα σκηνικό απόλυτου τρόμου χωρίς ποτέ να δαιμονοποιεί την εστία του, είναι από τα μεγαλύτερα προτερήματα του «Midsommar».

Ανάμεσα στις πολλές χαοτικές πολιτιστικές διαφορές αντίληψης που χωρίζουν τα δυο μέρη της ιστορίας (τους ντόπιους και τους ανυποψίαστους τουρίστες δηλαδή), οι βασικές είναι δυο: ο τρόπος προσέγγισης όσον αφορά το φαινόμενο του θανάτου και ο τρόπος προσέγγισης όσον αφορά το φαινόμενο του έρωτα και προφανέστατα αυτό δεν είναι καθόλου άσχετο ως προς αυτά που θέλει να σχολιάσει ο Άρτσερ. Με επίκεντρο της ιστορίας του αυτό το δυστυχισμένο ζευγάρι, που (κατά παράβαση των πιο ενοχλητικών κλισέ του Χόλιγουντ) όχι απλά δεν έρχεται πιο κοντά λόγω του παραλογισμού που βιώνει αλλά αντίθετα, η ένταση σφυροκοπά με μεγαλύτερη δύναμη τους όποιους κρίκους ενοποίησης του είχαν απομείνει, ένα μεγάλο παγανιστικό σκηνικό στήνεται και καθώς περνάει η ώρα, το «Midsommar» βυθίζεται στο σκοτάδι: μιλάμε για τον ορισμό του horror.

Άπειρα κλεισίματα του ματιού στο «Wickerman», διάσπαρτοι υπερήφανοι φόροι τιμής σε μια σειρά κλασικών horror ταινιών (οι οπαδοί του «Σχιζοφρενή δολοφόνου με το πριόνι» θα θέλουν να σηκωθούν να χειροκροτήσουν κάποια στιγμή), ερμηνείες που σε κάνουν να συμπάσχεις και μουσική που συναφηγείται την ιστορία, το «Midsommar» έρχεται με φόρα για να γίνει επίτιμο μέλος του σύγχρονου horror και πάνω από όλα να σε χτυπήσει εκεί που πονάς περισσότερο από οπουδήποτε αλλού: στα βιώματά σου.

Υπόκλισις…