«Matrix Ressurection»: Επιστροφή στην άγρια εφηβεία του 1999

Τι είναι το Matrix; Το ερώτημα έσκασε για πρώτη φορά ανάμεσά μας γύρω στα μέσα του 1999, κατά την διάρκεια της προώθησης της πρώτης, ιστορικής πλέον ταινίας του franchise, τότε που οι προωθήσεις ταινιών περιλάμβαναν απλά ένα trailer και το διαδίκτυο δεν ήταν πανταχού παρών ώστε να μπορούμε να το λιώνουμε στη μια προβολή μετά την άλλη. Όσοι είδαν εκείνο το trailer κατάλαβαν εξαρχής πως επρόκειτο για μια εντυπωσιακή ταινία δράσης, οι πιο ψαγμένοι διέκριναν την εισαγωγή της cyberpunk αισθητικής στο ανώτερο στάδιο της ποπ κουλτούρας αλλά κανείς, μα κανείς, δεν μπόρεσε να απαντήσει το μυστήριο ερώτημα: για να καταλάβεις τι είναι το Matrix έπρεπε απλά να δεις την ταινία.

Πλέον, 22 χρόνια αργότερα και με την τέταρτη πια ταινία της σειράς να προβάλλεται ήδη, θα λέγαμε δίχως υπερβολή πως μάλλον πρέπει να ζει κανείς σε άλλο πλανήτη για να μην γνωρίζει την απάντηση σε αυτή την πάλαι ποτέ αινιγματική ερώτηση. Στην πραγματικότητα ωστόσο το ερώτημα παραμένει ανοικτό σε ένα άλλο επίπεδο: πέρα από την καθαρά μυθοπλαστικής υφής συζήτηση γύρω από αυτό, ως ποπ φαινόμενο δηλαδή -και όχι απλά ως μύθος- τι είναι το Matrix;

Το τέταρτο φιλμ του franchise, το οποίο διχάζει όσο κανένα άλλο, περισσότερο και από τα δυο πρώτα αμφιλεγόμενα sequel που προβλήθηκαν το 2003, κάνει αυτή την ερώτηση στον εαυτό του και τους θεατές με έναν meta τρόπο (τα meta στοιχεία άλλωστε έχουν την τιμητική τους σε αυτή την ταινία). Σε μια από τις σχετικά πρώτες σκηνές του «Matrix Ressurection», κάποιοι χαρακτήρες εκθέτουν τις προσωπικές τους απόψεις αναφορικά με το «φαινόμενο Matrix». «Μια αλληγορία για τα τρανς άτομα», θα πει κάποιος. «Ένα σχόλιο πάνω στην καπιταλιστική καταπίεση», θα αναφωνήσει ένας άλλος. «Ένα mindfuck δίχως τελειωμό», θα αντιπαρατάξει ένας τρίτος.

Στην πραγματικότητα, η σωστή απάντηση περιλαμβάνει όλες τις προαναφερθείσες. Και ταυτόχρονα, μια ακόμα: το (αρχικό) Matrix πριν και πάνω από όλα υπήρξε μια ωδή στην εξέγερση. Και αν για τα αδέρφια Γουατσόφσκι και την προσωπική τους ματιά στα πράγματα, η έννοια της εξέγερσης εξατομικεύεται στην εναντίωση στον εγκλωβισμό του βιολογικά προκαθορισμένου σώματος (εξ’ ου και οι τρανς παραλληλισμοί που με τα χρόνια γινόντουσαν όλο και πιο κατανοητοί), θα ήταν μάλλον άδικο για το αρχικό «Matrix» να μην του αναγνωριστεί μια πολύ πιο οικουμενική διάσταση στην οπτική του. Στην πραγματικότητα είναι αυτή η οικουμενικότητα του περιεχομένου του που έκανε εκατομμύρια ανθρώπους να βγαίνουν εκστασιασμένοι από τις κινηματογραφικές αίθουσες του 1999 υπό τους επιθετικούς ήχους του «Wake Up» των Rage Against The Machine: το Matrix φώναξε με ασύλληπτα δυναμικό και αφυπνιστικό τρόπο στα αυτιά μας πως ζούμε σε μια ψευδαίσθηση ελευθερίας, πως υπάρχουμε μόνο για να παράγουμε αυτά που έχουν ανάγκη οι δυνάστες μας και πως εφόσον αναγνωρίζουμε αυτή την αλήθεια, η αξιοπρέπειά μας μάς επιβάλλει να εξεγερθούμε. Τίποτα πρωτότυπο εδώ που τα λέμε αν μιλάμε για συμβατικούς διαλόγους αλλά ως τμήμα αυτού του κινηματογραφικού θριάμβου του 1999, οι αναδείξεις αυτές ήταν ξεσηκωτικές.

Και αν στα δυο σίκουελ που ακολούθησαν μπορεί να συγχωρεθεί το γεγονός ότι δεν κατάφεραν να συνδυάσουν με τον ίδιο αρμονικό τρόπο την συνύπαρξη της καθαρά ψυχαγωγικής δράσης και των φιλοσοφικών ερωτημάτων περί ελευθερίας, συνείδησης και ελεύθερης βούλησης που εισήγαγε η πρώτη ταινία (το πρώτο «Matrix» άλλωστε υπήρξε αληθινό θαύμα ως προς αυτό) με αποτέλεσμα να είναι πέρα για πέρα άνισα, υπάρχει και μια ακόμα ένσταση ως προς το περιεχόμενό που μπορεί να τους αποδοθεί: η απομάκρυνση από τον πυρήνα της βασικής θεματικής του πρώτου μέρους. Οι Γουατσόφσκι αντιλήφθηκαν ως εμβάθυνση των φιλοσοφικών στοιχείων του πρώτου μέρους το να καταπιαστούν με το φαινόμενο του Μεσσιανισμού και το πώς αυτό επιδρά διαχρονικά στις κοινωνίες (με αλληγορικό όχημα τον χαρακτήρα του Νίο). Σεβαστή ως επιλογή αλλά υποτιμητική όσον αφορά τα «καθαρά» αντιεξουσιαστικά αντανακλαστικά του πρώτου μέρους.

Το «Matrix Ressurection» που έσκασε μύτη χωρίς κανείς οπαδός της αρχικής τριλογίας να έχει ζητήσει είναι μάλλον η διόρθωση αυτής της εξέλιξης: η Λάνα Γουατσόφσκι που αποτελεί μόνη της τον ιθύνων νου πίσω από την αναβίωση του franchise καθώς η αδερφή της δεν ψήθηκε να εμπλακεί σε αυτή την επανεκκίνηση, αντιλαμβάνεται αυτή την προσπάθεια ως μια επιστροφή στις ρίζες των προβληματισμών του εν λόγω franchise. Ως μια συνέχιση των διαλόγων που άνοιξε η πρώτη ταινία και αγνοήθηκαν στα δυο σίκουελ που ακολούθησαν με αποτέλεσμα να μείνουν εν τέλει απλά εισαγωγικοί (και κομματάκι «βασικοί» εδώ που τα λέμε). Αν μη τι άλλο αυτό το γεγονός κάνει πέρα για πέρα ενδιαφέρουσα την προσπάθεια της Λάνα Γουατσόφσκι. Και αυτό παρά τις δεδομένες αδυναμίες που έχει η ταινία της (και από τις οποίες δεν έχει ξεφύγει κανένα από τα σίκουελ).

Το «Matrix Ressurection» ξεκινάει ως μια απολαυστική meta δημιουργία, ως ένας αυτοσαρκαστικός διάλογος με τους αναρίθμητους οπαδούς του τίτλου. Παίρνει ολόκληρη την αυθάδεια και την ιεροσυλία των απαρχών της ιδέας περί Matrix και τις στρέφει εσωτερικά, με τέτοια αποφασιστικότητα που δεν προκαλεί εντύπωση το ότι ξένισε κόσμο και κοσμάκη. Είναι φυσικά μια υπερβολικά αυτοαναφορική κίνηση αλλά ας μην γελιόμαστε: η ίδια η αναβίωση του «Matrix» είναι ένα αυτοαναφορικό γεγονός που από την φύση του απευθύνεται σε ένα ήδη συγκροτημένο target group. Είτε γουστάρει κανείς είτε αγανακτήσει με αυτή την κίνηση, το δεδομένο είναι πως η Λάνα Γουατσόφσκι δείχνει μεγάλη γενναιότητα.

Όταν το «Matrix Ressurection» μπαίνει στο παρασύνθημα και καλείται πέρα από καταιγισμό meta σχολιασμού να αναδείξει και την συνέχεια της ιστορίας, εμφανίζονται τα πρώτα «κατασκευαστικά» προβλήματα. Προβλήματα τόσο κοινά με εκείνα των δυο έτερων σίκουελ που προφανώς μόνο για σύμπτωση δεν μιλάμε: το φιλοσοφικό περιεχόμενο και η action ταυτότητα της ταινίας αδυνατούν να συντονιστούν, κατά διαστήματα η μια πτυχή καπελώνει την άλλη και ποτέ δεν συνυπάρχουν, η αίσθηση πως βλέπουμε μια άνιση δημιουργία, αίσθηση που έχουμε συστηματικά από το φινάλε του πρώτου μέρους και μετά, επανέρχεται οριακά ως σήμα κατατεθέν. Σε αντιδιαστολή ωστόσο με το δεύτερο και το τρίτο μέρος του franchise, το τέταρτο κεφάλαιο έχει την πολυτέλεια να αφηγείται ένα εντελώς ξεχωριστό κεφάλαιο και όχι να κλείσει προηγούμενα. Έτσι, είναι μεν μια άνιση ταινία αλλά τουλάχιστον όχι τόσο μπουχτισμένη σεναριακά όπως οι δυο προηγούμενες και ως εκ τούτου, το καλύτερο σίκουελ της σειράς.

Όπως προειπώθηκε ωστόσο, η αληθινή ψυχή της ταινίας αυτής -όπως ισχύει εδώ που τα λέμε και σε κάθε «ταινία Matrix»- βρίσκεται στους διαλόγους που φιλοδοξεί να ανοίξει. Και όπως επίσης προειπώθηκε, όσοι ένιωσαν πως οι διάλογοι που άνοιξε η πρώτη ταινία έμειναν στη μέση, εδώ θα ικανοποιηθούν. Εδώ οι βασικές θεματικές είναι η έννοια της Ελπίδας και επίσης, η αντιθετική σχέση Προόδου και Συντήρησης και ο τρόπος που οι αντικειμενικές συνθήκες σχετικοποιούν την διαχρονικότητά τους.

Για παράδειγμα, στο σύμπαν του Matrix η ειρηνική συνύπαρξη Ανθρώπων και Μηχανών, δυο διαφορετικών ειδών υπάρξεων με άλλα λόγια, μοιάζει με την τέλεια Ουτοπία, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως μιλάμε για δυο είδη που σε αυτόν τον κόσμο πολεμούσαν με ακραία βιαιότητα από πάντα. Πως αλλιώς θα μπορούσε να ονομαστεί μια τέτοια εξέλιξη αν όχι ως ορισμός της Προόδου; Όμως ούτε ο κόσμος του Matrix ούτε κανένας άλλος κόσμος δεν είναι καθολικά τέλειος: νέες αφυπνίσεις εγκυμονούν και οι νέες αφυπνίσεις εγκυμονούν νέες εξεγέρσεις. Αν το θριαμβευτικό κεκτημένο μιας άλλης εποχής (η κοινωνική ειρήνη στην προκειμένη περίπτωση), μπροστά στον φόβο της απώλειάς της λειτουργεί ως εμπόδιο στην ανάπτυξη των εξεγέρσεων της παρούσας εποχής, πόσο προοδευτικό μπορεί πλέον να φαντάζει; Και αν η παλιά Πρόοδος συνιστά τη σημερινή Συντήρηση; Η νέα γενιά πρέπει να δώσει αποφασιστικές απαντήσεις ως προς αυτό και αν σεβαστεί υπερβολικά τα μέτρα και τα σταθμά ενός ξεπερασμένου παρελθόντος, δεν θα τις δώσει…

Και μετά υπάρχει και η Ελπίδα. Τι είναι η Ελπίδα; Που σε οδηγεί; Αναμφισβήτητα, οι εκμεταλλευόμενοι χρειάζονται την Ελπίδα, είναι το αίσθημα που τους απομακρύνει από τον κίνδυνο της παραίτησης. Και ταυτόχρονα, από την αίσθηση της απόγνωσης. Όμως πότε βρίσκεται ένας εκμεταλλευόμενος πιο κοντά στην εξέγερση αν όχι τη στιγμή της πλήρους απόγνωσης; Μήπως τελικά η Ελπίδα απομακρύνει την εξέγερση; Μήπως το ίδιο το σύστημα (το Matrix στην περίπτωσή μας…) προτιμά να συντηρεί την Ελπίδα; Ίσως τελικά, το να ελπίζουν οι καταπιεσμένοι είναι η τέλεια συνθήκη για απόλυτη ισορροπία. Και όμως: το υλικό που συγκροτεί αυτή την ισορροπία είναι δυνητικά το αναγκαίο στάδιο για την μετάβαση προς την εξέγερση. Το Matrix χρειάζεται μια συνθήκη Ελπίδας και ταυτόχρονα, την φοβάται…

Η Λάνα Γουατσόφσκι συνομιλεί απευθείας με όλα αυτά που αποτέλεσαν την άγρια δημιουργική της εφηβεία και εκφράστηκαν μέσω του αρχικού «Matrix». Εντελώς αναμενόμενα ο σημερινός της εαυτός έχει νέες ανησυχίες να εισάγει στις πρωτόλειες αφυπνήσεις της. Είναι άλλωστε 22 χρόνια μεγαλύτερη, όσο δηλαδή και το αρχικό κοινό του Matrix: με χαρά προσαρμοζόμαστε στην εξέλιξη της σκέψης της, με χαρά ανοίγουμε τον διάλογο που θέλει να ανοίξει μέσω της τέταρτης ταινίας τη σειράς. Εντάξει, το θαύμα του 1999 δεν επαλαναμβάνεται. Έκπληξη θα ήταν το «Matrix Ressurection» να αναιρούσε αυτή την βεβαιότητα. Τουλάχιστον μας μένουν οι εξελισσόμενοι προβληματισμοί της μια εκ των δυο δημιουργών του.