«Marriage Story»: Στρογγυλεύοντας την πίκρα του χωρισμού

Ο Τσάρλι και η Νικόλ είναι δυο καλλιτέχνες, λίγο πάνω, λίγο κάτω από τα 30. Σκηνοθέτης εκείνος, ηθοποιός εκείνη, μέντορας και ιδιοφυία ο μεν, μούσα του η δε. Είναι παντρεμένοι, έχουν και ένα παιδί αλλά ο γάμος αυτός βρίσκεται στο φινάλε του για όλους τους τυπικούς λόγους που ένας γάμος φτάνει στο φινάλε του: επειδή όλα εκείνα τα στοιχεία που κάποτε συγκροτούσαν μια όμορφη κατάσταση για αυτούς τους δυο, πλέον μοιάζουν απάλευτα. Στο «Marriage Story» του Νόα Μπάουμπαχ, παρατηρούμε αυτό το τέλος, αυτή τη μεταβατική περίοδο που διαχωρίζει την περίοδο της σχέσης δυο ανθρώπων από μια νέα εποχή στην ζωή τους.

Άλλωστε, αυτό το «τέλος» δεν είναι ποτέ μια στιγμή. Είναι πάντα μια διαδικασία. Οι άνθρωποι δεν λένε «χωρίζουμε» και αυτόματα αυτό γίνεται. Για την ακρίβεια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η περίοδος του χωρισμού είναι εκείνη του «αντι-έρωτα»: όπως υπάρχει μια περίοδος που όλα μοιάζουν ιδανικά, έτσι υπάρχει και εκείνη που όλα μοιάζουν δυσβάσταχτα και όσο και αν θέλουμε αυτή η τελευταία να τελειώσει μπαμ και έξω για να μην ταλαιπωρούμαστε, κάτι τέτοιο είναι αδύνατο ακριβώς επειδή έχει προηγηθεί η περίοδος του έρωτα: όποιοι δεν αντέχουν την μια εκ των δυο, ίσως να πρέπει να αποφεύγουν και την έτερη. Όμως ποιος το κάνει;

Όλα αυτά ο Μπάουμπαχ μοιάζει να τα γνωρίζει πολύ καλά και, εδώ που τα λέμε, δεν είναι και τόσο βαθυστόχαστα θέματα. Ζευγάρια σαν αυτό που ο ίδιος δομεί στο «Marriage Story» (και το οποίο είναι βαθιά και σχεδόν απροκάλυπτα αυτοβιογραφικό για τον Μπάουμπαχ) έχουν υπάρξει άπειρα, αναρίθμητα (και άλλα τόσα θα υπάρξουν και στο μέλλον της ανθρωπότητας). Και αν το δράμα που περνάει κανείς στον μεγάλο του χωρισμό μοιάζει, στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή, ως μια ιστορία που της αρμόζει να συγκαταλέγεται στην παράδοση των αρχαίων τραγωδιών, στην πραγματικότητα μόνο έτσι δεν είναι: οι χωρισμοί (και οι σχέσεις) είναι κοινότυπα πράγματα.

Η ταινία του Μπάουμπαχ, τυπική ιστορία ενηλικίωσης (οι δυο χαρακτήρες για πρώτη φορά φαίνεται να αντιμετωπίζουν μια συνθήκη δύσκολη προς διαχείριση και ως εκ τούτου, μέσα από αυτή ενηλικιώνονται ουσιαστικά – και ας είναι γονείς οι ίδιοι) με δραμεντί ύφος, πάσχει από το γεγονός ότι δεν έχει την γενναιότητα να δει τον χωρισμό ως μια κοινότοπη κατάσταση. Και ακριβώς γι΄ αυτό αποφεύγει να κοιτάξει στα μάτια τη συνθήκη, να την αγκαλιάσει και να την προβάλλει ως αυτό που είναι: ως ένα δυσβάσταχτο (μέσα στην κοινοτοπία του) συναίσθημα. Αντίθετα, το «Marriage Story» επιχειρεί να γλυκάνει τα τεκταινόμενα, σε αντίθεση με την πρόθεσή του.

Οι (εξαιρετικοί κατά τα άλλα στους ρόλους τους) Άνταμ Ντράιβερ και Σκάρλετ Γιόχανσον δεν πείθουν παρά σε ελάχιστα σημεία της ταινίας πως το γυαλί μεταξύ τους έχει ραγίσει ανεπανόρθωτα. Παραμένουν τα ίδια κακομαθημένα και ξέγνοιαστα παιδιά (που απλά έτυχε να κάνουν μαζί ένα παιδί) που θα μπορούσαμε να φανταστούμε πως ήταν όταν τα πρωτοέφτιαχναν. Ανάμεσά τους κάνει μπαμ πως υπάρχει ακόμα τόση πολλή (έστω φθαρμένη) αγάπη που όχι απλά σκεπάζει τους λόγους για τους οποίους χωρίζουν αλλά αυτοί οι τελευταίοι δεν εκθέτονται ποτέ στα πεπραγμένα. Υπάρχουν απλά τοποθετημένοι μέσα στους διαλόγους: η ταινία μας εξηγεί τους λόγους του χωρισμού, δεν μας τους δείχνει. Και στο σινεμά, όταν εξηγείς αντί να δείχνεις, η αφήγησή σου πάσχει.

Θα μπορούσαν πράγματι, αυτοί οι δύο ήρωες να μην έχουν ουσιαστικούς λόγους χωρισμού και όλη αυτή η ιστορία να είναι ένα καπρίτσιο μεταξύ τους: μεοαστοί καλλιτέχνες είναι άλλωστε, βαριούνται εύκολα τα παιδιά. Όμως, αυτή δεν είναι η οπτική της ταινίας διότι σε αυτή την περίπτωση θα περίμενε κανείς μια πιο ειρωνική ματιά απέναντι στις μεσοαστικές συνήθειες των πρωταγωνιστών. Όχι, ο Μπάουμπαχ παίρνει στα σοβαρά τους χαρακτήρες του – και καλά κάνει, φυσικά εφόσον αυτή είναι η οπτική που διαλέγει. Όμως ταυτόχρονα, τους λυπάται κι’ όλας και εδώ αυτοαναρείται: αν εξαιρεθούν μερικές σκηνές κλάματος και έντασης από αυτούς (που περισσότερο αντλούν τη δύναμή τους από την ικανότητα των ηθοποιών και λιγότερο από την αφήγηση), όλα είναι πολύ στρογγυλοποιημένα.

Υπάρχουν και ορισμένες άλλες λεπτομέρειες που λειτουργούν αρνητικά στο τελικό αποτέλεσμα: για παράδειγμα, ενώ η αφήγηση φαίνεται αρχικά να επιχειρεί να κρατήσει αποστάσεις από τους δυο χαρακτήρες και να τους μελετήσει με ισόποσο βλέμμα, καταλήγει  -σχεδόν από την μέση της ταινίας- να ταυτίζεται περισσότερο με τον αντρικό ρόλο και την οπτική του γωνία και αυτό είναι ένα μικρό φάουλ. Ειδικά δε, αν αναλογιστεί κανείς πως ο χαρακτήρας της Γιόχανσον είναι ο αληθινά καταπιεσμένος της σχέσης, η έλλειψη της εμβάθυνσης στα κίνητρά της, λείπει χαρακτηριστικά από την ταινία. Ούτε καν το πιτσιρίκι της κατάστασης, που περισσότερο χρησιμεύει εργαλειακά για τις κόντρες των πρωταγωνιστών και σχεδόν καθόλου ως αληθινός χαρακτήρας που (θα έπρεπε να) επηρεάζεται ψυχικά από τις αδυναμίες των γονιών του, δεν συμβάλλει ως παρουσία για να σφυρηλατηθεί μια εσάνς ρεαλιστικού χωρισμού.

Υπάρχουν βέβαια και ορισμένα προτερήματα που αναβαθμίζουν το στόρι και το κάνουν ελκυστικό: οι υποστηρικτοί χαρακτήρες για παράδειγμα μόνο καρικατούρες δεν είναι (θα γουστάραμε φουλ να δούμε μια δικηγορική ταινία με αντιπάλους τους Ρέι Λιότα και Λόρα Ντερν) αλλά αντίθετα είναι τόσο καλά δομημένοι που καταλήγουν να διαμορφώνουν ένα δυναμικό σύμπαν. Ή αυτή η «γουντιαλενική» προσπάθεια να συμπρωταγωνιστήσει η πόλη και το περιβάλλον στην όλη κατάσταση, που λειτουργεί εξόχως αποτελεσματικά στη δημιουργία ατμόσφαιρας και ειδικά, όταν τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα στη Νέα Υόρκη (η ιστορία είναι μοιρασμένη ανάμεσα σε Νέα Υόρκη και Λος Άντζελες).

Αυτό που ηγεμονεύει ωστόσο πάνω στα πάντα όσον αφορά τα επιμέρους στοιχεία του «Marriage Story» είναι η αγάπη: αυτά τα δυο παιδιά αγαπιούνται τόσο πολύ που η φθορά, η οποία οδηγεί στον χωρισμό τους, δεν μοιάζει πολύ σοβαρή. Να γιατί το «Marriage Story» αποδεικνύεται πως πάσχει από έλλειμμα γενναιότητας: το γλυκόπικρο ύφος του δεν αναμετριέται ουσιαστικά με την απαλεψιά ενός χωρισμού αλλά μόνο επιδερμικά. Για την ακρίβεια, μόνο θεωρητικά. Η μαυρίλα, η απόγνωση, το αίσθημα του αναπόφευκτου μπροστά στο οποίο παραμένουμε αδύναμοι ως άνθρωποι, ποτέ δεν κατακλύζουν την οθόνη. Μια χαραμάδα αισιοδοξίας υπάρχει παντού και πάντα στην ιστορία αυτών των δυο παιδιών και τελικά, μια βολική ανακούφιση καθορίζει την ταινία. Ανακούφιση μεν. Βολική δε.