«It’s all in the game yo, all in the game…»: Ωδή στο αξεπέραστο «The Wire»

Η έννοια του «παιχνιδιού» είναι μια από τις πιο πολυχρησιμοποιημένες στην τοπική αργκό της Βαλτιμόρης. Τα πρεζάκια που ληστεύουν και ζητιανεύουν ψάχνοντας να βρουν τη δόση τους, τα φτωχά πιτσιρίκια που σπρώχνουν ναρκωτικά στις γωνιές, οι εργάτες της πόλης και του λιμανιού και τα συνδικάτα τους, οι μπάτσοι και οι υψηλόβαθμοι ναρκέμποροι, οι δήμαρχοι, οι δημοτικοί σύμβουλοι και οι γερουσιαστές, ακόμα και ορισμένοι παπάδες της πόλης, άπαντες αναφέρονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε αυτό το περίφημο «παιχνίδι». Είναι ένα παιχνίδι με τους δικούς του κανόνες, που δεν αλλάζουν ποτέ και ο καθένας και η καθεμία στην πόλη της Βαλτιμόρης καλείται -είτε το θέλει είτε όχι- να προσαρμοστεί σε αυτούς, καλείται να συμμετάσχει σε αυτό. Φυσικά, η ύπαρξη των απαράβατων εσωτερικών κανόνων αυτού του παιχνιδιού δεν σηματοδοτεί αυτόματα και κάποιο είδος ισότητας ανάμεσα σε όλους και σε όλες. Το ακριβώς αντίθετο: η θέση που ο καθένας και η καθεμία κατέχει στην κοινωνική ιεραρχία της πόλης διαφοροποιεί με αντίστοιχο τρόπο και τους κανόνες του παιχνιδιού και άρα, τις συνέπειες ή τις επιβραβεύσεις. Στο τέλος της ημέρας ωστόσο, πρόκειται για το ίδιο παιχνίδι, γι’ αυτό και οι αλληλεπιδράσεις που συντελούνται στο εσωτερικό του είναι αναπόφευκτες: μια ψυχρή πολιτική απόφαση, βασισμένη σε αριθμούς και στατιστικές, μπορεί μέσα από μια αλληλουχία γεγονότων να γίνει η αιτία για μια άγρια δολοφονία κάτω από τη γέφυρα της πόλης. Αλλά και το ανάποδο: μια ηλίθια και αψυχολόγητη ενέργεια από ένα πρεζάκι που δεν σκέφτεται καθαρά, μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για ένα γαϊτανάκι γεγονότων, στο τέλος του οποίου ένας δήμαρχος θα χάσει εκκωφαντικά τη θέση του. Έτσι είναι το παιχνίδι, σε ελέγχει, δεν το ελέγχεις. Μπορείς φυσικά να το εκμεταλλευτείς, να μάθεις πολύ καλά τους κανόνες του, να γίνεις καλός παίκτης. Μην υποτιμήσεις ποτέ ωστόσο την τάση του να παίρνει ανυπολόγιστες τροπές.

Στο «The Wire», την αστυνομική σειρά – φαινόμενο του HBO, που από το 2002 μέχρι το 2008 υπήρξε μια αληθινή, δραματουργική κατάβαση στην καθημερινότητα και την κοινωνική λειτουργία της Βαλτιμόρης, η λέξη «καπιταλισμός» δεν αναφέρεται ούτε μια φορά, σε κανένα από τα 60 επεισόδια της σειράς που συναποτελούν τις 5 σεζόν της. Όταν οι χαρακτήρες της ωστόσο μιλάνε για το «παιχνίδι» εννοούν αυτό ακριβώς: τον καπιταλισμό. Στην πραγματικότητα άλλωστε, πάνω και πέρα από τους εξαιρετικά καλοδομημένους και ρεαλιστικούς χαρακτήρες της σειράς, είναι αυτό το «παιχνίδι», το παιχνίδι του καπιταλισμού, που αποτελεί τον ουσιαστικό πρωταγωνιστή των τεκταινόμενων. Να γιατί το «The Wire» είναι η καλύτερη σειρά όλων των εποχών: όχι μόνο για την ανατριχιαστική εμβάθυνση χαρακτήρων, όχι απλά για το λογοτεχνικό ξεδίπλωμα της αφήγησης και της πλοκής -στοιχεία που σε όλη την ιστορία της τηλεόρασης, μόνο το «Sopranos» έχει καταφέρει να πετύχει με τόσο δουλεμένο τρόπο- αλλά κυρίως, διότι το κοινωνικό περιβάλλον όπου τα πάντα εξελίσσονται δεν χρησιμεύει απλά ως φόντο για την δράση αλλά το ακριβώς ανάποδο: βρίσκεται στο επίκεντρο της αφήγησης και τα γεγονότα ή οι χαρακτήρες έρχονται, παρέρχονται και απλά συμβαίνουν υπερτονίζοντας εν τέλει την ίδια την φύση αυτού του περιβάλλοντος.

Για τον Ντέιβιντ Σάιμον, πρώην αστυνομικό συντάκτη στην «Baltimore Sun», μετέπειτα συγγραφέα, σεναριογράφο και ιθύνοντα νου πίσω από το «The Wire», υπήρξε βασικό ζητούμενο η οπτική ντοκιμαντερίστικης μελέτης της πόλης της Βαλτιμόρης ως βασικός καμβάς για το ξεδίπλωμα της όποιας πλοκής αυτής της δημιουργίας. Αυτός είναι και ο λόγος που η σειρά δεν ντύνει με το παραμικρό σάουντρακ τα τεκταινόμενα της: τα τηλέφωνα που χτυπάνε στα γραφεία, ο ήχος από τα πλήκτρα των υπολογιστών, τα κορναρίσματα στους δρόμους, οι φωνές των πιτσιρικιών ενώ σπρώχνουν την πρέζα τους σαν πραμάτεια σε πανηγύρι, όλοι οι φυσικοί θόρυβοι της πόλης αποτελούν το μοναδικό ηχητικό χαλί της υπόθεσης. Για τον Σάιμον, το «The Wire» έπρεπε να είναι για την Βαλτιμόρη ό,τι ήταν τα μυθιστορήματα του Τολστόι για τη Μόσχα, του Ντίκενς για το Λονδίνο, του Ουγκό και του Μπαλζάκ για το Παρίσι. Ο Σάιμον συνεργάστηκε στο σενάριο με τρεις από τους σημαντικότερους συγγραφείς σύγχρονης αμερικάνικης αστυνομικής λογοτεχνίας, τον Τζορτζ Πελεκάνος, τον Εντ Μπερνς και τον Ντέιβιντ Μιλς, προκειμένου η μεθοδολογία αφήγησης να είναι λογοτεχνική και όχι τηλεοπτική ή κινηματογραφική – αυτή η τήρηση των κανόνων του λoγοτεχνικού crime drama είναι που κάνει τρομακτικά αριστοτεχνική την πλοκή της σειράς. Ταυτόχρονα όμως, ο Σάιμον δεν δούλεψε με τόση συνέπεια μόνο στο αμιγώς αφηγηματικό κομμάτι. Δούλεψε με επιμέλεια και όσον αφορά την ρεαλιστικότερη και όσο το δυνατόν πειστικότερη αποτύπωση της «ψυχής» της Βαλτιμόρης. Γι’ αυτό και στα γυρίσματα της σειράς βρέθηκαν άνθρωποι του δρόμου και της πιάτσας προκειμένου να δουλέψουν ως σύμβουλοι της παραγωγής. Ορισμένοι εξ’ αυτών δε, πήραν και ρόλους στη σειρά.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα όλων ο θρυλικός Little Melvin (κατά κόσμον, Melvin Williams), ένας από τους εμβληματικότερους και πιο πετυχημένους μαφιόζους που πέρασαν ποτέ από το παιχνίδι στη Βαλτιμόρη και ο οποίος μετά τα 60 του, παράτησε το μαφιοζιλίκι και επιχείρησε συμβάλλει στην καταπολέμηση των ναρκωτικών για την πόλη. Ο Little Melvin συνέβαλε τα μέγιστα προκειμένου να δομηθεί ένας από τους πιο σημαντικούς χαρακτήρες της σειράς: ο χαρακτήρας του πρεζέμπορα Έιβον Μπάρκσντεϊλ έχει «στηθεί» ουσιαστικά πάνω στις μέρες και τα έργα του Little Melvin στον υπόκοσμο της Βαλτιμόρης ενώ ο τελευταίος έχει και έναν δευτερεύων ρόλο στη σειρά, υποδυόμενος έναν τοπικό ιερέα.

Και δεν είναι μόνο ο θρυλικός Little Melvin. Είναι και η Φελίσια «Σνουπ» Πίρσον, χαμηλόβαθμο στέλεχος του υποκόσμου της Βαλτιμόρης, που μόλις είχε αποφυλακιστεί όταν πήρε έναν χαρακτηριστικό ρόλο στη σειρά υποδυόμενη ουσιαστικά τον εαυτό της. Ή o ράπερ Άνουον Γκλόβερ, γνωστός στους εκτός hip hop κύκλους για τα μαχαιρώματα και τους πυροβολισμούς που έχει δεχθεί κατά καιρούς, ο οποίος υποδύεται έναν «στρατιώτη» του παιχνιδιού. Ή ο Ντόνι Άντριους, θρυλική φιγούρα για τους δρόμους της Βαλτιμόρης και κάτι σαν αστικός «Ρομπέν των Δασών», που ζούσε ληστεύοντας ένοπλα τους υψηλόβαθμους πρεζέμπορες της πόλης και πάνω στον οποίο είναι βασισμένος ο χαρακτήρας του Ομάρ: και ο Άντριους εμφανίζεται επίσης σε έναν μικρό ρόλο της σειράς. Αλλά και πολλοί πολλοί άλλοι: στο «The Wire» γίνεται αληθινή παρέλαση από ερασιτέχνες ηθοποιούς που ουσιαστικά υποδύονται τους εαυτούς τους.

Πάνω από όλα ωστόσο, η μεγάλη δυναμική του «The Wire» είναι η οπτική γωνία μέσα από την οποία τα πάντα εκτίθενται. Έχοντας ως βασική του κινητήριο δύναμη την πεποίθηση πως οι άνθρωποι είμαστε δέσμιοι του κοινωνικού μας περιβάλλοντος, το «The Wire» έχει φτάσει στο σημείο να αποκαλείται από ορισμένους φανατικούς θαυμαστές του μια μαρξιστική σειρά. Και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο Σάιμον αρνείται τον χαρακτηρισμό του μαρξιστή που κατά καιρούς του αποδίδεται, τα αυθόρμητα κοινωνικά συμπεράσματα που απορρέουν από την αποστασιοποιημένη και χειρουργικά ουδέτερη αποτύπωση των γεγονότων του «The Wire» κάνουν κατανοητό πως, ανεξάρτητα από τις δηλώσεις του ίδιου του δημιουργού του, ισχύει στο έπακρο αυτό που ισχυρίζονται οι Helena Sheehan και Sheamus Sweeney στο εξαιρετικά ενδιαφέρον δοκίμιό τους, «The Wire and the world: narrative and metanarrative»: «Το Wire είναι μια μαρξιστική ιδέα για το πώς θα έπρεπε να είναι μια τηλεοπτική σειρά. Στο εσωτερικό της πλοκής του ανοίγεται μια ανάλυση του κοινωνικού, οικονομικού, πολιτικού συστήματος που αγκαλιάζει τα πάντα».

Τo Nerd Things αποτίει φόρο τιμής στην καλύτερη σειρά όλων των εποχών και ξεψαχνίζει κάθε μια από τις πέντε σεζόν του:

Πρώτη σεζόν

Ο Ντέιβιντ Σάιμον και οι συνεργάτες του δεν γνώριζαν αν το πείραμα του «The Wire» θα πάρει έγκριση από το HBO και για 2η σεζόν, συνεπώς στόχος τους ήταν εξαρχής να δημιουργήσουν ένα πλήρες, από όλες τις απόψεις, crime drama που ακόμα και αν ολοκληρωνόταν έπειτα από μόλις μια σεζόν θα ήταν ένα απόλυτο δείγμα «τηλεοπτικής αστυνομικής λογοτεχνίας». Είναι πραγματικά ειρωνικό το πόσο πλήρης μοιάζει πράγματι η πρώτη σεζόν αν κριθεί αυτόνομα και ταυτόχρονα, πόσο απλοϊκή φαίνεται συγκριτικά με τις σεζόν που ακολούθησαν.

Στην πρώτη σεζόν γινόμαστε μάρτυρες της συγκρότησης της Μονάδας Ειδικών Εγκλημάτων, η οποία φτιάχνεται μόνο για ένα σκοπό: για να παρακολουθήσει τις κινήσεις των δυο μεγάλων ναρκέμπορων της Βαλτιμόρης, δηλαδή του Έιβον Μπάρκσντεϊλ και του υπαρχηγού του (και ταυτόχρονα παιδικού του φίλου) Στρίγκερ Μπελ. Και με αφετηρία αυτό το δίπολο ανάμεσα σε μπάτσους και πρεζέμπορες και του παιχνιδιού γάτας και ποντικού που διεξάγεται ανάμεσά τους, εκτίθεται μπροστά μας η λειτουργία δυο φαινομενικά αντικρουόμενων μηχανισμών μέσα στην πόλη. Από τη μια, εκείνης του οργανωμένου εγκλήματός της, ενός οργανωμένου εγκλήματος με ρίζες πολύ λαϊκές και με κώδικες τιμής και συμπεριφοράς βγαλμένες από την μαύρη κοινότητα της Βαλτιμόρης και τη συλλογική συνείδηση που αυτή έχει αναπτύξει ως αντικειμενικό περιθώριο της αμερικάνικης κοινωνίας. Και από την άλλη, εκείνης του σώματος της αστυνομίας, ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού άμεσα συνδεδεμένο με τις δημοτικές δομές της πόλης, οι οποίες του έχουν κληροδοτήσει ολόκληρη την πολιτικάντικη κουλτούρα της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η περιγραφή των αστυνομικών δομών, δείγμα της εμπειρίας του Σάιμον από τα χρόνια που ήταν αστυνομικός συντάκτης, είναι τόσο αναλυτική που νομίζεις πραγματικά ότι βλέπεις ένα αληθινό αστυνομικό τμήμα σε λειτουργία. Και σε αντίθεση με τα κοινότυπα αστυνομικά σίριαλ, αυτό το αστυνομικό τμήμα που βλέπεις είναι ένας χαρακτηριστικός μηχανισμός του κρατικού μηχανισμού, στο εσωτερικό του οποίου στοιβάζονται και κατά τη διάρκεια της σειράς γίνονται υποκείμενα εμβάθυνσης, μια σειρά από διαφορετικούς ανθρωπότυπους μπάτσων: καριερίστες υψηλόβαθμοι με πολιτικές φιλοδοξίες που συγκρούονται μεταξύ τους για την εύνοια της δημαρχίας, αδιάφορα μεσαία στελέχη που απλά θέλουν να τελειώσει όσο πιο ανώδυνα γίνεται η βάρδια τους και να πάνε σπίτι τους να αράξουν, καυλόμπατσοι χωρίς βαθμούς που γουστάρουν να βγαίνουν στους δρόμους και να δέρνουν πιτσιρίκια που σπρώχνουν ναρκωτικά, να παραβιάζουν δικαιώματα, να κάνουν χρήση της εξουσίας τους στις γειτονιές και ανάμεσα σε όλους αυτούς, ορισμένοι ικανοί ντετέκτιβς -οι πιο νουάρ αρχετυπικές φιγούρες θα έλεγε κανείς- που κόντρα στην αδιαφορία και την γραφειοκρατία του σώματος στο οποίο είναι εγκλωβισμένοι, ζουν και αναπνέουν για να κάνουν «αληθινή αστυνομική δουλειά», να βρουν στοιχεία ώστε να τσακώσουν τους μεγαλοπρεζέμπορες της πόλης.

Ένας τέτοιος είναι και ο πρωταγωνιστής της πρώτης σεζόν (παρά το γεγονός ότι στο «The Wire» δεν υπάρχει ακριβώς η έννοια του πρωταγωνιστή): ο Τζίμι Μακ Νάλτι, χωρισμένος, αλκοολικός, γυναικάς, υπερόπτης και με μια έμφυτη αντιπάθεια για όλων των ειδών τα αφεντικά, μεγαλουργεί στην πρώτη σεζόν με τοπίο την παρακμασμένη και υποτιμημένη δυτική Βαλτιμόρη. Ξεγελάει το σύστημα για να κάνει τη δουλειά του, συμμαχεί οπορτουνιστικά με δικαστές και εισαγγελείς για να παρακάμψει τις γραφειοκρατίες της πόλης και απαξιώνει πεισματικά να ασχοληθεί με εύκολες και ανώδυνες συλλήψεις που απλά χρησιμεύουν για να βελτιώνει τα στατιστικά του το τμήμα αλλά δεν έχουν καμία σχέση με την ουσία του κυνηγιού του ναρκεμπόριου της πόλης. Αναπόφευκτα, ο Μακ Νάλτι, αν και ύπουλος και συμφεροντολόγος και ο ίδιος, ξεχωρίζει σαν τη μύγα μέσα στο γάλα εν μέσω της ασύλληπτα ρεαλιστικής απεικόνισης της σαπίλας που αναδύεται από πάνω μέχρι κάτω για το αστυνομικό τμήμα της Βαλτιμόρης.

Αν ο Μακ Νάλτι είναι ο γκριζαρισμένος (μεν αλλά) ηθικός (δε) φάρος της σειράς αναφορικά με το στρατόπεδο της αστυνομίας, ο χαρακτήρας του Ομάρ είναι περίπου η αντιστοιχία του από τη μεριά της παρανομίας της πόλης. Όχι τυχαία, ο Ομάρ είναι διαχρονικά ένας από τους πιο αγαπημένους χαρακτήρες των οπαδών της σειράς, του Μπαράκ Ομπάμα συμπεριλαμβανομένου που έχει δηλώσει πολλάκις πως τρελαίνεται για τον εν λόγω χαρακτήρα. Ο Ομάρ, κάτι σαν μοναχικός καουμπόι στον υπόκοσμο της πόλης, ανεξάρτητος και με απαράβατους κανόνες ηθικής, βιοπορίζεται ληστεύοντας τα εμπορεύματα πρέζας των συμμοριών της Βαλτιμόρης και είναι επικηρυγμένος από όλους τους βαρόνους της. Απόλυτα λογικά, ο Μακ Νάλτι και ο Ομάρ, μέλη διαφορετικών στρατοπέδων αλλά με κοινό στοιχείο την αντιπάθειά τους για τα κάθε λογής αφεντικά και εθισμένοι στην πνευματική ανεξαρτησία τους από αυτά, συμπαθιούνται και σέβονται ο ένας τον άλλο. Η πρώτη σκηνή συνάντησής τους δε, είναι μια πραγματική σκηνή ανθολογίας για το «The Wire».

Στην πραγματικότητα ωστόσο, η αληθινή «ψυχή» της πρώτης σεζόν απορρέει κατά βάση από την αποτύπωση της καθημερινότητας μιας τριάδας παιδιών του δρόμου, χαμηλόβαθμων στελεχών στο εμπόριο πρέζας. Πρόκειται για τον Μπόντι, ένα σκληρό 15χρονο αγόρι, αληθινό «στρατιώτη» της συμμορίας του και ταγμένο στο έπακρο στην λειτουργία της πιάτσας του, τον Ντι Άντζελο, τον επικεφαλής της πιάτσας και ανιψιό του απόλυτου αφεντικού του πρεζεμπορίου της πόλης (του Έιβον Μπάρκσντεϊλ) και τον Γουάλας, έναν 14χρονο πιτσιρικά που σπρώχνει ναρκωτικά μαζί τους επειδή απλά αυτό είναι το μόνο που μπορεί να κάνει αλλά είναι πολύ αγαθός και καλόψυχος για την σκληρή πραγματικότητα του δρόμου.

Η «larger than life» αίσθηση που αποκομίζει ο θεατής βλέποντας το «The Wire», συμπυκνώνεται κυριαρχικά σε αυτή την τριάδα. Ο 15χρονος Μπόντι και ο 14χρονος Γουάλας είναι τα δυο άκρα της συνθήκης, ο πρώτος πολύ σκληρός και απόλυτα προσαρμοσμένος στην ζωή του πρεζεμπορίου, ο δεύτερος ένα αθώο παιδί που δεν κάνει με τίποτα για τη φάση. Και ανάμεσά τους ο Ντι Άντζελο, προϊστάμενός τους στην πιάτσα ευθύνης τους και ταυτόχρονα, μια ψυχολογική ισορροπία ανάμεσά τους: ο Ντι Άντζελο δεν είναι τόσο φλώρος όσο ο Γουάλας, είναι περίπου το ίδιο σκληρός όσο ο Μπόντι αλλά ταυτόχρονα, μοιάζει με τον Γουάλας ως προς την έμφυτη ευαισθησία του σε επίπεδο ψυχοσύνθεσης. Απλά τυχαίνει να είναι πιο ικανός να διαχειριστεί τη σκατένια συνθήκη στην οποία η ζωή τον έχει εγκαταστήσει. Η σταδιακή μετουσίωση του Ντι Άντζελο στο ουσιαστικό συναισθηματικό κέντρο της πρώτης σεζόν είναι ένα αληθινά συγκινητικό ταξίδι.

Πάνω από όλα όμως, μέσα από αυτούς τους τρεις χαρακτήρες, το σενάριο του «The Wire» προσωποποιεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές ευρύτερες θεματικές του και μόνιμη φιλοσοφική άγκυρα όλων των σεζόν: δεν διαλέγουμε τις ζωές που καλούμαστε να ζήσουμε, υποχρεωνόμαστε απλά να προσαρμοστούμε σε αυτές. Όμως το πεπρωμένο μας δεν είναι πάντα προκαθορισμένο αλλά αντίθετα, βρίσκεται σε πλήρη σύνδεση με τις αντικειμενικές μας βουλήσεις και τις συγκυρίες που θα κληθούμε να διαχειριστούμε – δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν έχει σημασία. Και κάπως έτσι, η πρώτη σεζόν του «The Wire» ξεφεύγει από τα όρια ενός αριστουργηματικά καλοδομημένου και αληθοφανούς crime drama και γίνεται κάτι πολύ παραπάνω από αυτό, γίνεται μια συγκινητική ιστορία.

Ο θεατής που θα δει για πρώτη φορά την πρώτη σεζόν του «The Wire» ενδέχεται να ξενιστεί από τους ρυθμούς του. Πολύ μακριά από τις αφηγηματικές νόρμες των περισσότερων σειρών, το «The Wire» αρχικά θα τον μπερδέψει και θα τον χαώσει με τα πολλά πρόσωπα που εκθέτει αλλά και με την αναλυτική απεικόνιση της αστυνομικής ιεραρχίας, των γραφειοκρατικών μηχανισμών της, των συνεχόμενων αναφορών ονομάτων και βαθμών. Όμως περίπου μετά το 6ο επεισόδιο, όταν ξεκινάει να κλιμακώνει για τα καλά η πλοκή, όταν όλα τα κομμάτια του παζλ ενώνονται σαν μυθιστορηματική αφήγηση, όπου τα επιμέρους κεφάλαια συγκροτούν εν τέλει ένα ενιαίο κείμενο, όταν οι αλληλεπιδράσεις των χαρακτήρων αρχίζουν και παράγουν γεγονότα προωθητικά για την υπόθεση, τότε είναι αναπόφευκτο να θαυμάσουν αυτό το αριστοτεχνικά διαμορφωμένο crime drama ψηφιδωτό.

Δεύτερη σεζόν

Μιλώντας κάποτε στο πάνελ μιας συζήτησης για το «The Wire», ο Ντέιβιντ Σάιμον είχε πει αναφορικά με την 2η σεζόν: «Υπάρχουν δυο πολύ χαρακτηριστικοί μύθοι αναφορικά με το αμερικάνικο πείραμα. Ο ένας πάει κάπως έτσι: “Είσαι έξυπνος; Είσαι δραστήριος; Είσαι φιλόδοξος; Έχεις όρεξη για δουλειά; Συγχαρητήρια. Η Αμερική θα σε ανταμείψει”. Ο άλλος πάει κάπως έτσι: “Δεν είσαι πολύ δραστήριος; Δεν έχεις φαντασία; Δεν σου κόβει ιδιαίτερα; Δεν βρίσκεις καν δουλειά; Μην ανησυχείς. Η Αμερική θα σε φροντίσει”. Είναι και τα δυο μεγάλα ψέματα». Και κάπως έτσι, ο δημιουργός του «The Wire», συνόψισε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κεντρική φιλοσοφία της 2ης σεζόν, μιας σεζόν επικεντρωμένης στο φαινόμενο του οριστικού ενταφιασμού των ελπίδων που απορρέουν από το αμερικάνικο όνειρο.

Η στροφή που κάνει το «The Wire» εδώ είναι γενναία, αποφασιστική και λιγάκι απότομη, τόσο που ενδεχομένως να ξενιστούν ορισμένοι θεατές στα πρώτα επεισόδια με την τόσο διευρυμένη αλλαγή σκηνικού. Από εκεί που το βασικό πεδίο παρατήρησης στην πρώτη σεζόν ήταν οι πιάτσες των ναρκωτικών, στη δεύτερη σεζόν η οπτική της σειράς επεκτείνεται και ταυτόχρονα, επικεντρώνεται κατά βάση στην ζωής της παραδοσιακής αμερικάνικης εργατικής τάξης. Και για την ακρίβεια, στη ζωή των λιμενεργατών της Βαλτιμόρης, την καθημερινότητα γύρω από το περήφανο και γεμάτο εσωτερική αλληλεγγύη συνδικάτο τους αλλά και την βαθιά απόγνωσή τους εξαιτίας της συνεχιζόμενης ανεργίας και των όλο και πιο κουτσουρεμένων μισθών.

Με τους περισσότερους χαρακτήρες της πρώτης σεζόν να αποκτούν αισθητά μικρότερο χρόνο συμμετοχής, η δεύτερη σεζόν έχει ως αναμφισβήτητο πρωταγωνιστή της τον Φρανκ Σομπότκα, έναν Πολωνό λιμενεργάτη και πρόεδρο του συνδικάτου. Ο Σομπότκα είναι μια φιγούρα πάνω στην οποία άνετα θα μπορούσε να γίνει ολόκληρη ακαδημαϊκή μελέτη (αν δεν έχει γίνει ήδη και μας διαφεύγει). Κρυφά από το υπόλοιπο σωματείο και συνεργαζόμενος με τον γιο του, Ζίγκι, τον ανιψιό του, Νικ και 2-3 έμπιστους συνεργάτες του στη διοίκηση του σωματείου, έχει κάνει μια κρυφή οικονομική συμφωνία με τους Έλληνες μαφιόζους της Βαλτιμόρης που τροφοδοτούν με ναρκωτικά τους πρεζέμπορες όλης της πόλης: ο Σομπότκα προνοεί ώστε να περνάνε χωρίς ελέγχους τα παράνομα εμπορεύματά τους από το λιμάνι και εκείνοι τον πληρώνουν αδρά.

Μόνο που ο Σομπότκα δεν αντιλαμβάνεται ως μπίζνα το νταραβέρι του με την ελληνική μαφία. Δεν είναι μια άλλη εκδοχή του Τζίμι Χόφα που βλέπει το σωματείο του ως ένα όχημα πλουτισμού και τους μαφιόζους ως τα διαβατήρια προς αυτόν τον σκοπό. Ο Σομπότκα χρησιμοποιεί τα εν λόγω βρώμικα λεφτά για να λαδώνει δημοτικούς συμβούλους ώστε να ψηφιστεί από το δημοτικό συμβούλιο της πόλης η έγκριση της κατασκευής μιας ακόμα αποβάθρας εμπορευμάτων στο λιμάνι που θα δώσει δουλειές σε πολλούς άνεργους συναδέλφους του. Επίσης, με τα λεφτά της μαφίας τροφοδοτεί το διαλυμένο ταμείο του συνδικάτου, βοηθάει οικονομικά τους άνεργους λιμενεργάτες, γενικά είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει το σωματείο του, αγαπάει τους συναδέλφους του, αγαπάει την τάξη του και δεν αντέχει να την βλέπει να μαραζώνει. Και αν συμβιβάζεται με την ανηθικότητα της συνεργασίας με τη μαφία, πείθει διαρκώς τον εαυτό του πως αυτό δεν τον κάνει ίδιο με εκείνη, πείθει διαρκώς τον εαυτό του πως αυτό είναι το τίμημα του να πρέπει να δράσει για μην εξαφανιστεί η εργατική τάξη της πόλης του. Φυσικά, ο Σομπότκα θα διερευνηθεί από την αστυνομία, η Μονάδα Ειδικών Εγκλημάτων, που έκανε ντεμπούτο την πρώτη σεζόν, θα βρεθεί στο κατόπι του.

Όπως και στον πρώτο κύκλο, έτσι και εδώ, ο Σάιμον χρησιμοποιεί το αφηγηματικό τέχνασμα της δημιουργίας μιας τριανδρίας, όπου τα δύο κομμάτια της βρίσκονται στα άκρα και το τρίτο λειτουργεί ως το κέντρο τους. Το σχήμα που στην πρώτη σεζόν αποτελούταν από τα τρία παιδιά της πιάτσας, εδώ αποτελείται από τον Σομπότκα, τον γιο του, Ζίγκι και τον ανιψιό του, Νικ. Ο Σομπότκα και ο γιος του είναι τα δυο άκρα: ο πρώτος ξέρει πως βρομίζει τα χέρια του για έναν συγκεκριμένο σκοπό και το κάνει με πειθαρχία και σεβασμό στον σκοπό αυτό, ο δεύτερος γοητεύεται από τις δυνατότητες της τριβής με τον υπόκοσμο, γίνεται άπληστος και δίχως καμία ηθική, γουστάρει να γίνει μαφιόζος και ο ίδιος. Και ανάμεσά τους στέκει ο Νικ.

Ο Νικ δεν βλέπει την τριβή με τους μαφιόζους ως το διαβατήριο για έναν κόσμο χλιδής όπως ο ξάδερφός του αλλά ταυτόχρονα, δεν ταυτίζεται με τον σχεδόν χριστιανικό τρόπο που διαχειρίζεται το όλο πράγμα ο θείος του. Είναι έξυπνος και το ξέρει και δεν γουστάρει να ζει με την ανασφάλεια του μέσου λιμενεργάτη. Θέλει να βγάλει κάποια λεφτά που δεν θα πάνε ντε και καλά στο σωματείο, θα τον βοηθήσουν να σταθεί στα πόδια του, να φτιάξει τη ζωή του με τη γυναίκα που αγαπάει: είναι το τέλειο θύμα μιας παραμορφωμένης αντίληψης αναφορικά με το αμερικάνικο όνειρο. Και όπως ο Ντι Άντζελο στην πρώτη σεζόν, ο Νικ αποτελεί το συναισθηματικό επίκεντρο της δεύτερης σεζόν, που μέσω του ατομικού του ταξιδιού προσωποποιείται η ματαιότητα της προσδοκίας της κοινωνικής ανέλιξης – ειδικά για κάποιον που γεννήθηκε λιμενεργάτης στη Βαλτιμόρη.

Οι τρεις συγγενείς είναι θύματα του περιβάλλοντος που τους γέννησε, έχουν να διαχειριστούν επιλογές που έκαναν εγκλωβισμένοι στους κανόνες του «παιχνιδιού» και είναι προδομένοι από αυτό. Ο διαφορετικός βαθμός εξυπνάδας τους και το διαφορετικό επίπεδο ηθικής τους τούς κάνουν να διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τον τρόπο ελιγμού τους μέσα στο παιχνίδι και ως προς τις προοπτικές τους σχετικά με αυτό αλλά όπως και να έχει, τα περιθώρια παραμένουν συγκεκριμένα: είναι μέλη της εργατικής τάξης και αυτό δεν αλλάζει. Η ήπια ή φανατική προδοσία της ταξικής τους συνείδησης δεν θα τους απεγκλωβίσει από τα προβλήματά τους, ενώ για τη δική τους ταξική θέση, η αναντιστοιχία μέσων και σκοπών -μέθοδο δράσης που έχει κάνει οδηγό του ο Σομπότκα- είναι ένα καταστροφικό σχήμα: το παιχνίδι είναι ιδιαιτέρως αδίστακτο με ανθρώπους της τάξης τους.

Εκτός από τα sublots που συντηρούν ανάμεσα στο προσκήνιο και το παρασκήνιο της κεντρικής πλοκής τα πρόσωπα που εδραιώθηκαν στην πρώτη σεζόν και εκτός από τις καταπληκτικές αφηγηματικές μεθόδους που ενοποιούν τα πρόσωπα – κοινωνικούς συμβολισμούς της δεύτερη σεζόν με το πούρο crime στοιχείο, αξίζει κανείς να σταθεί και σε έναν ακόμα χαρακτήρα που αρχίζει να αναδύεται: ο Στρίγκερ Μπελ, ο τύπος που στην πρώτη σεζόν γνωρίσαμε ως το λιγομίλητο και σκληρό δεξί χέρι του αρχιμαφιόζου Μπάρκσντεϊλ, εδώ παίρνει όλο και παραπάνω χρόνο συμμετοχής και με την εξέλιξη του χαρακτήρα του να παραμένει πιστή στο βασικό θεματικό καμβά της σεζόν, αντιλαμβάνεται πως το αμερικάνικο όνειρο μπορεί να ισχύσει και για εκείνον, ένα πάλαι ποτέ παιδί του δρόμου.

Ο Μπελ καταλαβαίνει πως το πουσάρισμα ναρκωτικών μπορεί να γίνει αντιληπτό από δύο σκοπιές: είτε ως μια εγκληματική παρανομία είτε ως μια παράνομη μπίζνα. Και οι διαφορές ανάμεσα σε αυτά τα δυο μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζουν λεπτές, αλλά είναι αυτές που στην πραγματικότητα διαχωρίζουν έναν άνθρωπο των γκέτο από έναν αληθινό επιχειρηματία. Εκσυγχρονιστικές ιδέες αρχίζουν και γεννιούνται στο μυαλό του Μπελ, ο επίδοξος επιχειρηματίας και ο σκληρός μαφιόζος που συνυπάρχουν μέσα του θα προσπαθήσουν βολευτούν μέσα στο ίδιο σώμα. Και σε αντίθεση με τους λιμενεργάτες της σεζόν, η οικονομική επιφάνεια που έχει αυτός ο πρεζέμπορας, κάνει πιο ευνοϊκές τις συνθήκες του παιχνιδιού για τον ίδιο. Και όσο ο Φρανκ Σομπότκα μάχεται για την επιστροφή σε ένα παρελθόν που οι μηχανισμοί του παιχνιδιού καταστρέφουν μέρα με τη μέρα και μαζί του την παραδοσιακή εργατική τάξη της πόλης, το μομέντουμ μοιάζει ιδανικό για τον πάλαι ποτέ κυνηγημένο από το status quo, Μπέλ: μια ιδιοφυής σεζόν δομείται γύρω από τις άλλοτε αφελείς και άλλοτε ρεαλιστικές προσδοκίες των χαρακτήρων της, ένα ακόμα κεφάλαιο μιας αριστουργηματικής crime ιστορίας ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας.

Τρίτη σεζόν

Είναι καταπληκτικό, πραγματικά καταπληκτικό, αυτό που συμβαίνει στην 3η σεζόν. Είναι αληθινά αδιανόητο πως ένα έτσι κι αλλιώς ασύλληπτα ποιοτικό κείμενο καταφέρνει να αναβαθμιστεί περεταίρω με τόσο καθοριστικό τρόπο. Εκεί που ως θεατής πίστευες πως έχεις καταλάβει τα μεγέθη του τηλεοπτικού θαύματος που είχες βιώσει στις δυο πρώτες σεζόν, έρχεται η τρίτη και ξαφνικά νιώθεις πως τώρα η σειρά ξεκινάει ουσιαστικά, πως οι δυο πρώτες σεζόν ήταν απλά η εισαγωγή πριν το κύριο μέρος.

Η φιλοσοφία της αριστουργηματικής τρίτης σεζόν γίνεται κατανοητή από την πρώτη μόλις σκηνή του πρώτου επεισοδίου της. Η υποβαθμισμένη γειτονιά των εγκαταλελειμμένων εργατικών πολυκατοικιών της, η γειτονιά που τις πρώτες δυο σεζόν ήταν το βασικό σκηνικό αγοραπωλησίας πρέζας, πρόκειται να μεταπλαστεί και ο Δήμαρχος της πόλης έχει μετατρέψει σε προσωπικό του event την διαδικασία γκρεμίσματος των άδειων και παρατημένων πολυκατοικιών. Στέκεται πάνω σε ένα βάθρο, μιλάει με μεγαλεπίβολα λόγια στους κατοίκους της γειτονιάς για το μέλλον που έρχεται και το άσχημο παρελθόν που φεύγει οριστικά, στη συνέχεια άπαντες μετράνε αντίστροφα φωναχτά και τα θεμέλια των κτιρίων ανατινάζονται και γκρεμίζονται. Ωστόσο, σαν καλοκουρδισμένη τρολιά, η σκόνη που σηκώνουν τα κατεδαφισμένα κτίρια σκάνε στις μάπες του κοινού και του δημάρχου, λες και η πραγματικότητα υπενθυμίζει πως καμία μετάβαση σε μια νέα εποχή δεν μπορεί να αποβάλλει οριστικά και δια παντός τα απομεινάρια του παρελθόντος που οδήγησαν σε αυτή. Πραγματικά, απολαυστική σκηνή:

Και κάπως έτσι, μόλις από την εναρκτήρια σκηνή της, η τρίτη σεζόν κάνει γνωστή τη βασική θεματική της, που δεν είναι άλλη από την μεταρρύθμιση: όλα τα πεδία με τα οποία καταπιάνονται εδώ ο Σάιμον και η παρέα του διακατέχονται από μια διαδικασία μετασχηματισμού, από έναν μεταρρυθμιστικό αέρα. Όχι τυχαία, για πρώτη φορά μπαίνουμε ως θεατές τόσο βαθιά μέσα στο Δημαρχείο της πόλης, στα τοπικά συμβούλια και τις επιτροπές και εισάγεται ο χαρακτήρας του Τόμας Καρκέτι, του φιλόδοξου λευκού δημοτικού συμβούλου που βάζει πλώρη για την κατάκτηση του ανώτατου αξιώματος της πόλης, υποσχόμενος (μαντέψτε…) γενναίες μεταρρυθμίσεις. Θα πρέπει βέβαια να αναμετρηθεί και με το γεγονός ότι είναι λευκός και η παράδοση εκλογής ενός λευκού δημάρχου στην πόλη της Βαλτιμόρης δεν είναι και ακριβώς ο κανόνας. «Στο αυριανό debate θα τον ξεσκίσω. Αλλά μεθαύριο θα ξυπνήσω ξανά λευκός σε μια μαύρη πόλη», θα πει ο φιλόδοξος Καρκέτι, λίγο πριν την καθοριστική τηλεοπτική του μονομαχία με τον νυν δήμαρχο της πόλης, σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές ατάκες της σεζόν.

Παρά το γεγονός βέβαια, ότι η θεματική της αστικής πολιτικής καταλαμβάνει τεράστιο χώρο στα τεκταινόμενα της τρίτης σεζόν, το βασικό συστατικό του «The Wire» παραμένει το crime στοιχείο. Το ανθρωποκυνηγητό μπάτσων και πρεζέμπορων επανέρχεται σε κεντρικό σημείο μέσα στην πλοκή και μάλιστα, με τους ίδιους περίπου πρωταγωνιστές σε σχέση με την πρώτη σεζόν: η δυάδα Έιβον Μπαρκσντέιλ – Στρίγκερ Μπελ βρίσκεται εκ νέου στο στόχαστρο της Μονάδας Ειδικών Εγκλημάτων, μόνο που αυτή τη φορά υπάρχουν εσωτερικοί τριγμοί και στα δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Και αν στο στρατόπεδο των μπάτσων, η περιστασιακή ρήξη του μονίμως απείθαρχου Μακ Νάλτι με τον Λέστερ, τον έμπειρο πνευματικό του πατέρα και άτυπο καθοδηγητή του, χρησιμεύει ουσιαστικά απλά για μερικούς συγκρουσιακούς διαλόγους πραγματικής ανθολογίας (το αυθόρμητο «γάμα τα αφεντικά» του Μακ Νάλτι τον κάνει δικαιωματικά τον πιο συμπαθητικό μπάτσο ever), στο στρατόπεδο των πρεζέμπορων οι συγκρούσεις είναι πολύ πιο δομικές…

Η πάλαι ποτέ αδερφική σχέση σχέση ανάμεσα στον Μπάρκσντεϊλ και τον Μπελ μετασχηματίζεται (είπαμε: η έννοια της μεταρρύθμισης υπάρχει σχεδόν παντού στην 3η σεζόν) σε μια ανοιχτή σύγκρουση κοσμοθεωριών. Ο μονίμως κουστουμαρισμένος στην τρίτη σεζόν, Μπελ προσπαθεί να αναβαθμιστεί σε επιχειρηματία με νομότυπη βιτρίνα, απαξιώνει την εγκληματική διάσταση του παιχνιδιού: του φέρνει μεν λεφτά με το τσουβάλι λόγω του πρεζεμπορίου αλλά δεν είναι διατεθειμένος να μείνει για πάντα σε αυτό το επίπεδο. Και από την άλλη, στέκεται ο Μπάρκσντεϊλ με την παραδοσιακή γκανγκστερική κουλτούρα, είναι έτοιμος να πάει σε αληθινό πόλεμο με τον νέο μεγάλο παίκτη του πρεζεμπορίου της πόλης, τον αδίστακτο και υπερφιλόδοξο 22χρονο Μάρλο που με την συμμορία του κερδίζει με αίμα τις κρίσιμες και πιο προσοδοφόρες πιάτσες πώλησης πρέζας.

Ο oldschool Μπάρκσντεϊλ, περικυκλωμένος από δυο διαφορετικές μορφές μεταρρύθμισης στο παιχνίδι που ξέρει πιο καλά από οτιδήποτε άλλο, συμβολίζει την αντίσταση ενός χρεωκοπημένου παρόντος. Είναι ένα προσωποποιημένο σήμερα, που αντιστέκεται σε μια σαρωτική, μεταβατική περίοδο αλλαγών που είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο θα τον αναγκάσει είτε να προσαρμοστεί είτε να γίνει παρελθόν. Από τη μια έχει να τα βάλει με τις εκσυγχρονιστικές ιδέες του συνεργάτη του, που θέλει να μετατρέψει την δοξασμένη συμμορία τους σε μια κυριλέ επιχείρηση, μακριά από τις γωνίες, τα όπλα και τους τσαμπουκάδες. Και από την άλλη, έχει να τα βάλει με έναν αντίπαλο (τον Μάρλο), που οραματίζεται έναν πολύ πιο άγριο και βίαιο μετασχηματισμό όσον αφορά τον υπόκοσμο της δυτικής Βαλτιμόρης: ο Μάρλο, ψυχρός και αδίστακτος, δίχως ίχνος κωδικών ηθικής στη ψυχοσύνθεσή του, έτοιμος να γίνει ένας βασιλιάς που σε αντιδιαστολή με τον Μπάρκσντεϊλ δεν ενδιαφέρεται να κυβερνήσει με άξονα τον σεβασμό της πιάτσας αλλά με οδηγό τον φόβο της απέναντί του, αντιπροσωπεύει την αναπόφευκτη εξέλιξη των πραγμάτων. Σε ένα περιβάλλον που καθορίζεται από τη βία, κανένας ρομαντισμός, κανένα σύνολο άγραφων κανόνων ηθικής, καμία κουλτούρα κοινότητας δεν μπορούν να μείνουν για πάντα ως εδραιωμένες καταστάσεις πραγμάτων, είναι νομοτελειακά ανέφικτο: η βία γεννάει βία με την ίδια φυσικότητα που το ανθρώπινο σώμα παράγει ιδρώτα και ο Μάρλο, ως γνήσιο τέκνο αυτού του περιβάλλοντος, δεν έχει καμία διάθεση να σχετικοποιήσει τη φύση του. Είναι το μέλλον και το γνωρίζει. Ο Μπάρκσντεϊλ είτε θα προσαρμοστεί στη «προοδευτική μεταρρύθμιση» που του προτείνει ο παρτενέρ του στο έγκλημα, Στρίγκερ ήταν θα σαρωθεί από την άγρια μεταρρύθμιση του Μάρλο. Δύσκολες καταστάσεις για παιδιά της πιάτσας…

Η σεναριακή μεθοδικότητα μέσω της οποίας η θεματική του μετασχηματισμού και της αλλαγής πραγμάτων εισάγεται ακόμα και σε δευτερεύοντα sublots της 3ης σεζόν του «The Wire» είναι σεμιναριακού επιπέδου. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή ανάμεσα στον Μπανκ, βασικό δευτερεύων χαρακτήρα της σειράς και ντετέκτιβ του τμήματος ανθρωποκτονιών της πόλης, και τον Ομάρ, τον μονίμως ανεξάρτητο πιστολέρο με τις απαράβατες αρχές. Ο Μπανκ κάνει μια επίθεση ηθικής στον Ομάρ με την ιδιότυπη, εσωτερική ηθική, επικαλούμενος νοσταλγικά ένα άγριο μεν αλλά πολύ πιο ανθρώπινο παρελθόν. «Στην γειτονιά μας είχαμε μάγκες που μετρούσαν αλλά δεν είχαμε όπλα και τέτοιες μαλακίες, όλα γινόντουσαν με τα χέρια. Όσο άγρια και αν ήταν η γειτονιά είχαμε μια κοινότητα. Δεν υπήρχαν πτώματα και δολοφονίες και τώρα έχουμε γεμίσει με καριόληδες κυνηγούς σαν εσένα. Αηδιάζω», λέει ο Μπανκ αποδομώντας μπροστά στα μάτια μας το πρότυπο του ρομαντικού παράνομου, που η ίδια η σειρά μας είχε καθοδηγήσει να θαυμάζουμε στο πρόσωπο του Ομάρ.

Όμως, το μεγαλύτερο highlight αυτής της πανέμορφης σεζόν δεν είναι άλλο από το κλασικό πλέον sublot του Hamsterdam, της έμπνευσης ενός υψηλόβαθμου αστυνομικού προκειμένου να μειώσει τεχνητά τα ποσοστά εγκληματικότητας της πόλης ώστε να μην δέχεται την αφόρητη πίεση του δημαρχείου ενόψει της προεκλογικής περιόδου. Ο διοικητής Μπάνι Κάλβιν παρεμβαίνει στον πόλεμο συμμοριών για τις καλύτερες πιάτσες σπρωξίματος πρέζας κάνοντας τους μια πρόταση που δεν μπορούν να αρνηθούν: τους επιτρέπει να πουλάνε ναρκωτικά σε συγκεκριμένες περιοχές που έχουν εγκαταλειφθεί από κατοίκους με αντάλλαγμα την ασυλία από τις αστυνομικές διώξεις μόνο σε περίπτωση που οι αγοραπωλησίες γίνονται στα όρια των εν λόγω περιοχών – μια από αυτές τις περιοχές, η πιο μεγάλη παίρνει το όνομα Hamsterdam από τα βαποράκια.

Ο Μπάνι ξέρει ακριβώς τι κάνει. Αντί να ενισχύει ένα κλίμα πολέμου ανάμεσα στις συμμορίες και την αστυνομία, το οποίο με τη σειρά του επανατροφοδοτεί τους πολέμους συμμοριών, προβαίνει σε μια ανεπίσημη «νομιμοποίηση» των ναρκωτικών και αφαιρώντας το διακύβευμα των νομικών διώξεων, σχετικοποιεί την εγκληματική τους φύση, που παράγεται ακριβώς λόγω της παρανομίας: είναι ο τέλειος μεταρρυθμιστής και το τέχνασμά του λειτουργεί ως ένα ιδανικό επιστέγασμα σε μια σεζόν που λάμπει σαν διαμάντι, που με το τέλος της αναρωτιέσαι αν το «The Wire» μπορεί να φτάσει πάνω από το ταβάνι που έχει αγγίξει. Και μετά, έρχεται η 4η σεζόν και καταφέρνει το ακατόρθωτο: ξεπερνάει ακόμα και την 3η.

Τέταρτη σεζόν

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία: η 4η σεζόν του «The Wire» είναι όχι απλά η καλύτερη και η πληρέστερη σεζόν της σειράς αλλά και ό,τι καλύτερο έχει προκύψει ποτέ για την αμερικάνικη τηλεόραση. Έχοντας ως βασική της θεματική το εκπαιδευτικό σύστημα της Βαλτιμόρης, η 4η σεζόν επεξηγεί περεταίρω αυτό που η σειρά μας εκθέτει και στις τρεις προηγούμενες, το πως δηλαδή το κοινωνικό περιβάλλον των ανθρώπων επηρεάζει συνολικά την εξέλιξη των ζωών τους. Εδώ ωστόσο, μέσα από την έκθεση της καθημερινότητας στα σχολεία των γειτονιών της Βαλτιμόρης, γινόμαστε μάρτυρες της αφετηρίας τόσων και τόσων ζωών.

Τα κεντρικά πρόσωπα του τέταρτου κύκλου είναι τέσσερις νέοι χαρακτήρες, μια παρέα γυμνασιόπαιδων: ο Μάικλ, ο Ντούκι, ο Ράντι και ο Νέιμοντ, τέσσερα πιτσιρίκια που μέσα από τη συλλογική αλλά και την ατομική τους πορεία φωλιάζουν για πάντα στην καρδιά μας, ταυτιζόμαστε μέχρι εκεί που δεν πάει με τις ζωές τους και τις ιδιαιτερότητες που αυτές κουβαλάνε, με το μέταλλο των ψυχοσυνθέσεών τους ως παιδιά των γκέτο αλλά και με τα διαφορετικά αδύναμα και δυνατά σημεία τους, που μέχρι ένα βαθμό διαμορφώνουν και το μονοπάτι που θα ακολουθήσουν.

Δεν είναι καθόλου υπερβολή να ειπωθεί πως μέσα στην crime drama καρδιά του «The Wire» εδώ ανθίζει ένα από τα ομορφότερα και ταυτόχρονα σκληρότερα coming of age στόρι που έχουμε δει ποτέ τόσο στη μικρή όσο και στη μεγάλη οθόνη. Παιδιά διαλυμένων οικογενειών, με το σχολείο να είναι βασική διέξοδος για αυτά αλλά ταυτόχρονα, μια ανίκανη δομή για να τα προστατεύσει από την σκληρότητα του δρόμου και της πιάτσας. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν ουκ ολίγοι καθηγητές που προσπαθούν στα αλήθεια να τα καθοδηγήσουν και να τα γλυτώσουν από την κακή τους μοίρα αλλά εν τέλει πέφτουν και οι ίδιοι θύματα της κρατικής ανεπάρκειας όσον αφορά σχολικό σύστημα. Το σχόλιο του «The Wire» είναι κοφτερό σαν ξυράφι και ταυτόχρονα, άβολα ρεαλιστικό: όσες καλές προθέσεις και αν έχουν ορισμένα μεμονωμένα άτομα, το σύστημα θα τις καταστέλλει πάντα, θα επιβάλλει πάνω τους τα ιδιαίτερα, απρόσωπα και ψυχρά χαρακτηριστικά του, που θα προκύπτουν από τις κυνικές πολιτικές μεθοδεύσεις, που διεξάγονται στα διοικητικά γραφεία της πόλης, πολύ μακριά από εκεί που χτυπάει η καρδιά της.

Είναι αληθινά συγκινητική αυτή η τετράδα: ο σκληροτράχηλος Μάικλ, ο μοναδικός από την παρέα που μοιάζει να έχει την ψυχή να σταθεί με αξιώσεις στο βρώμικο παιχνίδι της πόλης, ο αφελής Ράντι, ο αδύναμος Ντούκι αλλά και ο Νέιμοντ, γιος εμβληματικού συμμορίτη, με βαρύ όνομα στις πιάτσες, που προσπαθεί απεγνωσμένα να μοιάσει στον πατέρα του αλλά παίζει σε ένα παιχνίδι πιο άγριο και πιο απαιτητικό από ποτέ. Η σεμιναριακή εξέλιξη χαρακτήρων αυτών των παιδιών, η εφηβεία των οποίων καθορίζεται από τη σκληρότητα της γειτονιάς τους αλλά δεν χάνει ποτέ το συστατικό στοιχείο της που είναι η όμορφα ανώριμη ματιά των πραγμάτων, λειτουργεί ως η προσωποποίηση της πραγματικότητας πως τόσες λαμπρές προσωπικότητες, τόσα υπέροχα μυαλά θάβονται κάθε μέρα κάτω από ένα σύστημα που τους κλέβει την όποια δυνατότητα ευτυχίας. Κάποια παιδιά δεν έχουν ποτέ ευκαιρίες, ψιθυρίζει στα αυτιά μας το σενάριο της 4ης σεζόν του «The Wire».

Το πούρο crime στοιχείο επίσης, βρίσκεται εδώ στα καλύτερά του, αγγίζει πραγματικά ταβάνι, ξεπερνάει το επίπεδο όλης της υπόλοιπης σειράς – και αυτό είναι πραγματικό κατόρθωμα. Η συμμορία του Μάρλο, που έκανε την εμφάνισή της την προηγούμενη σεζόν για να εδραιωθεί τώρα ως βασική ανταγωνίστρια δύναμη της Μονάδας Ειδικών Εγκλημάτων, με την παρουσία της στα τεκταινόμενα ανεβάζει τον πήχη της αστυνομικής περιπέτειας σε δυσθεώρητα επίπεδα και για πρώτη φορά, σε μια σειρά που μας είχε συνηθίσει να βλέπουμε χαρακτήρες γκριζαρισμένους ως προς την ηθική τους, γινόμαστε μάρτυρες της ανάδυσης ενός αληθινού villain. Αυτό είναι ο ψυχρός καριόλης που λέγεται Μάρλο: ένας αληθινός villain. Δεν μπερδευόμαστε με την πάρτη του, δεν συμπάσχουμε ούτε στο ελάχιστο μαζί του: τον φοβόμαστε, τον μισούμε, ευελπιστούμε πως κάπου μέσα στον δρόμο όπου κάνει κουμάντο, κρύβονται ορισμένα απομεινάρια κωδικών τιμής, που θα τον κάνουν να πληρώσει την υπεροψία του και τη βαθιά ασέβειά του στον όποιο ρομαντισμό υπήρχε κάποτε στην πόλη.

Αυτές τις παλιές εποχές αναπολεί και ο Μπόντι, ο χαρακτήρας που πρωτογνωρίσαμε στην πρώτη σεζόν και τον είδαμε να μεγαλώνει μέσα στις γωνίες και το πουσάρισμα πρέζας. «Νιώθω γέρος», θα πει απεγνωσμένος στον Μακ Νάλτι, σε έναν ανατριχιαστικό διάλογο και μια από τις καλύτερες στιγμές ολόκληρης της σειράς. «Το παιχνίδι είναι στημένο φίλε. Είμαστε σαν αυτά τα μικρά καριολάκια στο σκάκι», είναι τα λόγια του Μπόντι. «Τα πιόνια», θα συμπληρώσει ο Μακ Νάλτι προτού προσθέσει με βαθύ αίσθημα σεβασμού απέναντι του: «Είσαι στρατιώτης Μπόντι». Η ιδιαίτερη σύνδεση αυτών των δυο, δείγμα της τάσης του Μακ Νάλτι να συμπαθεί πάντα τους κατώτερους της ιεραρχίας αλλά και της σχετικοποίησης περί αντίπαλων στρατοπέδων που έχει κάνει με τα χρόνια ο Μπόντι συνειδητοποιώντας όλο και πιο πολύ την άχαρη θέση του στη σκακιέρα του παιχνιδιού, είναι ασύλληπτα υψηλού επιπέδου ρεαλιστική μυθοπλασία, ένας από τους άπειρους λόγους που κάνουν ένα αριστούργημα το «The Wire».

Γενικότερα, η 4η σεζόν είναι ένα άψογο σεναριακό σεμινάριο αναφορικά με το πως εξελίσσεται ένας χαρακτήρας. Ο Μπόντι δεν είναι το μοναδικό πρόσωπο που γνωρίζουμε από την πρώτη σεζόν και εδώ τον βλέπουμε πλήρως μεταμορφωμένο σε σχέση με τον πρώιμο εαυτό του. Είναι και ο Κάρβερ, που από ένας άξεστος καυλόμπατσος στις πρώτες σεζόν, εδώ έχει διανύσει μια καταπληκτική πορεία και είναι πλέον ένας άνθρωπος που προσπαθεί να κατανοήσει τα μέρη που περιπολεί, να αφουγκραστεί τις βαθύτερες αλήθειες τους – βέβαια, παραμένει μπάτσος και η δομική θέση του είναι πολύ πιο ισχυρή από την όποια ατομική του βούληση, συνειδητοποίηση που θα υπάρξει επώδυνη για αυτόν. Είναι ο Πρεζμπαλούσκι, αρχέτυπο ηλίθιου και άξεστου μπατσάκου κάποτε αλλά αληθινά ευαισθητοποιημένος καθηγητής πλέον, έτοιμος να προστατέψει με κάθε κόστος τα παιδιά της τάξης του από τις γωνίες της Βαλτιμόρης: «Δεν έχετε παιδιά με τη γυναίκα σας, ε; Κάντε δικά σας παιδιά. Τα παιδιά του σχολείου δεν είναι δικά σας. Δεν μπορείτε να τα σώσετε», θα προσπαθήσει να τον προσγειώσει η κυνική διευθύντρια του σχολείου. Διάολε, ακόμα και ο Γουι Μπέι, ένα από τα μεγαλύτερα ανθρώπινα σκουπίδια στις πρώτες σεζόν όταν και τον γνωρίσαμε ως εκτελεστή της μαφίας, εδώ θα μας χαρίσει μια στιγμή τόσο έντονου συναισθήματος και -το κυριότερο- μας κάνει καταλάβουμε την απόγνωσή του μπροστά στην αναβάθμιση της απανθρωπιάς που χαρακτηρίζει πλέον την Βαλτιμόρη.

Με έναν παράδοξο τρόπο, η 4η σεζόν είναι η πιο σκοτεινή και ταυτόχρονα η πιο γλυκιά σεζόν της σειράς. Διότι γινόμαστε μάρτυρες ξεχωριστών ατομικών πορειών που στην προσπάθειά τους να υπερβούν τους κανόνες του παιχνιδιού και εν τέλει ηττώνται ως προς αυτό, διαμορφώνουν παράδοξους δεσμούς συνύπαρξης για να την παλέψουν. Και είναι αυτό ακριβώς το τόσο γλυκό μέσα στην όλη απαισιοδοξία που διέπει ετούτη την σεζόν: ίσως να μην αλλάξει ποτέ το παιχνίδι αλλά η ελπίδα πως μέσα στην προσπάθειά μας να το πετύχουμε θα βρούμε ο ένας τον άλλο και ο καθένας τον εαυτό του, είναι κάτι. Ίσως είναι μικρό αλλά είναι καλύτερο από το τίποτα.

Πέμπτη σεζόν

Η τελευταία σεζόν του «The Wire» είναι και αυτή που εμπεριέχει μάλλον τα πιο αυτοβιογραφικά στοιχεία για τον Ντέιβιντ Σάιμον. Παρά το γεγονός ότι σε κάθε κύκλο της σειράς, το επιμέρους ειδικό πεδίο που καταλαμβάνει χώρο στα τεκταινόμενα -οργανωμένο έγκλημα και αστυνομία στον πρώτο, οργανωμένο έγκλημα και συνδικάτα στο δεύτερο, ναρκωτικά και γειτονιές στον τρίτο, δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης στον τέταρτο- είναι άψογα δομημένο και έχει δουλευτεί πολύ προτού βγει στον τηλεοπτικό αέρα, στην season finale αυτό συμβαίνει πολύ πιο φυσικά και φαίνεται. Η 5η σεζόν εστιάζει στην δημοσιογραφία και τον ρόλο της στη διαμόρφωση της μέσης κοινωνικής συνείδησης αλλά και της αλληλεπίδρασής της με την εξουσία. Και ο Σάιμον, εργαζόμενος για 15 χρόνια ως αστυνομικός συντάκτης στην «Baltimore Sun» προτού τα παρατήσει για να ασχοληθεί με τη συγγραφή, νιώθει σαν ψάρι μέσα στο νερό όταν «ζωντανεύει» την αίθουσα σύνταξης της μεγαλύτερης εφημερίδας της Βαλτιμόρης.

Οι αρχετυπικές φιγούρες που στήνει μέσα στην «Baltimore Sun» ο Σάιμον σε συνδυασμό με το απόλυτο ζωντάνεμα των ρεαλιστικών εργασιακών συνθηκών που επικρατούν στα ΜΜΕ, μετουσιώνουν σε αστραφτερό τηλεοπτικό διαμάντι τη συγκεκριμένη θεματική. Ο δημοσιογράφος που θέλει όσο τίποτα να κάνει καριέρα και μπροστά σε αυτό το όνειρο θα παραβιάσει κάθε μορφή δεοντολογίας επηρρεάζοντας με την ατομικιστική ανευθυνότητά του πρόσωπα και καταστάσεις που ούτε του περνάει από το μυαλό πως υπάρχουν (ως κοινωνικά άσχετος εν τέλει), ο αρχισυντάκτης με αρχές και δεοντολογία, που έχει ως μόνιμη σταθερά του πως η αλήθεια και η δημοσιογραφική ποιότητα είναι πάνω από τις πωλήσεις, οι διευθυντές και οι εκδότες αντίθετα, που βλέπουν μόνο νούμερα και πωλήσεις, κάνουν υποδείξεις πλήρως άσχετες με την πραγματικότητα των αιθουσών σύνταξης και καλούν σε ταύτιση των εργαζομένων με το μαγαζί τους, ο θάνατος του παραδοσιακού ρεπορτάζ μπροστά στις επιταγές της ταχύτητας και του φτηνού εντυπωσιασμού και κατ΄επέκταση ο μετασχηματισμός του δημοσιογραφικού πρότυπου: ναι, ο Σάιμον τον ξέρει πολύ καλά τον μιντιακό χώρο και δεν είναι διατεθειμένος ούτε να του χαριστεί στο ελάχιστο αλλά ούτε και να σχετικοποιήσει τον ρομαντισμό που ο ίδιος κουβαλάει για τη δουλειά.

Το μεγάλο κερδισμένο στοίχημα της 5ης σεζόν έχει να κάνει με το πόσο πετυχημένα καταδεικνύεται η έλλειψη σοβαρότητας και ευθύνης που διακατέχει δομές, που βρίσκονται σε άμεσο αλισβερίσι με την εξουσία και τους μηχανισμούς της – τα ΜΜΕ στην προκειμένη περίπτωση. Ο Σάιμον φέρεται έξυπνα και κυρίως έχει όπως πάντα ρεαλιστικό γράψιμο: οι εκδότες και οι πολιτικοί δεν είναι υποχρεωτικό να βρίσκονται σε μια διαρκή συνθήκη συνωμοσίας για να προκύπτει μια ποδηγετούμενη γραμμή για τα ΜΜΕ. Διότι αυτή η τελευταία μπορεί πανεύκολα να παραχθεί μηχανιστικά, δίχως προσυνεννοήσεις. Χρειάζονται απλά κακοπληρωμένοι και φοβισμένοι δημοσιογράφοι, που ο καθένας τους σηκώνει ημερήσια δουλειά που αντιστοιχεί σε τρία άτομα και αυτολογοκρίνονται ή/και προσαρμόζονται στις επιταγές του μαγαζιού χωρίς να το πολυσκεφτούν: διότι δεν έχουν χρόνο να το σκεφτούν, δεν υπάρχουν οι συνθήκες. Χρειάζονται απλά ψωνάρες που την έχουν δει μεγάλοι και τρανοί γραφιάδες ενώ γράφουν κοινοτοπίες με επιτηδευμένο ύφος, αποφασισμένοι να βλέπουν διαρκώς την υπογραφή τους σε κάποιο μεγάλο Μέσο και να ηδονίζονται χωρίς να τους αφορά οτιδήποτε άλλο: διαμόρφωσε τέτοιους εργαζόμενους μέσα στα μιντιακά μαγαζιά και αυτόματα έχεις βρώμικα και πανεύκολα χειραγωγήσιμα ΜΜΕ.

Αυτή την πτυχή του παιχνιδιού θα ανακαλύψουν και θα παίξουν μαζί της οι Τζίμ Μακ Νάλτι και Λέστερ Φρίμoν, οι δύο τελευταίοι ντετέκτιβ της πόλης που συνεχίζουν να νοιάζονται για το πως θα κάνουν «αληθινή αστυνομική δουλειά» σε μια Βαλτιμόρη που βρίσκεται στα όρια της χρεωκοπίας και ο εμβολιασμός ηθικής και αξιών στην καθημερινότητα του παιχνιδιού είναι μια ξεπερασμένη πολυτέλεια. Κεντρική θέση στη σεζόν αποκτά ο τρόπος που οι Μακ Νάλτι και Φρίμoν χειραγωγούν τα ΜΜΕ προκειμένου να επηρεάσουν πρόσωπα και καταστάσεις μέσα στην πόλη και έτσι να καταφέρουν να ξεπεράσουν τις ενοχλητικές γραφειοκρατίες και να αφοσιωθούν στο κυνήγι του αδίστακτου ναρκέμπορου Μάρλο, με τον οποίο έχουν πάθει εμμονή. Αυτό το sublot είναι ένα από τα ελάχιστα αμφιλεγόμενα ολόκληρης της σειράς ανάμεσα στους οπαδούς της: για πολλούς είναι ένα παρατραβηγμένο sublot, που σε ένα άλλο σίριαλ θα λειτουργούσε καλά αλλά στο «The Wire» του απόλυτου ρεαλισμού μοιάζει με παράταιρη τρολιά. Και όμως: αυτή η (πράγματι) τρολιά είναι απόλυτα εύστοχη και ρεαλιστική. «Μα είναι δυνατόν δυο ντετέκτιβ, όσο έξυπνοι και αν είναι, να χειραγωγούν έτσι απλά τα media;», θα πει ο αφελής θεατής που θεωρεί πως τόσο σημαντικά πεδία όπως τα ΜΜΕ θα έπρεπε, ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους, να διακατέχονται από υψηλό επίπεδο οργάνωσης και σοβαρότητας. «Ναι, κι όμως: γίνεται», θα απαντήσει ο Ντέιβιντ Σάιμον και θα επιβεβαιώσουν τον ισχυρισμό του όσοι έχει τύχει να δουλέψουν στον εν λόγω χώρο – εκτός και αν βρίσκουν τον εαυτό τους στον ενοχλητικό καριερίστα ή τον άσχετο διευθυντή της 5ης σεζόν: τα ΜΜΕ είναι ασόβαρες, γελοίες καταστάσεις, παρά το σοβαροφανές περίβλημά τους. Και η γελοιότητα αυτή είναι επέκταση της προδιάθεσής τους για χειραγώγηση, όχι κάτι αντιφατικό σε σχέση με αυτή.

Πέρα από τη θεματική με τα ΜΜΕ, ένα ακόμα εξαιρετικό στοιχείο που καθορίζει την πέμπτη σεζόν δεν είναι άλλο από την κλιμάκωση της βίας στους δρόμους της Βαλτιμόρης και τον πόλεμο που ξεσπάει ανάμεσα στον Ομάρ και την συμμορία του Μάρλο. Πρόκειται για την πιο δοξασμένη περίοδο του Ομάρ, τον οποίο γνωρίσαμε μόλις στην πρώτη σεζόν και πλέον έχει γίνει για τα καλά θρύλος στην Βαλτιμόρη. Χωρίς ποτέ το «The Wire» να χάνει την απόλυτα ρεαλιστική απεικόνιση των πραγμάτων, το sublot που αφορά εδώ τον Ομάρ αποκτά χαρακτηριστικά υπερηρωικού κόμικ: ο ανεξάρτητος πιστολέρο της Βαλτιμόρης κινείται ως αληθινός εκδικητής στους δρόμους της, σκορπάει φόβο και τρόμο με μεγαλύτερη ένταση από κάθε άλλη φορά, μοιάζει λες και ξεπήδησε από σελίδες ιστορίας του Ατζαρέλο. Με τον Μάρλο να έχει μετουσιωθεί προ πολλού σε αληθινό villain, o αποφασισμένος Ομάρ που αμφισβητεί την ηγεμονία του στις πιάτσες της Βαλτιμόρης, μοιάζει με την απόλυτη Νέμεση: συναρπαστικά πράγματα σε crime επίπεδο με άλλα λόγια και ταυτόχρονα, άκρως ρεαλιστικά παρά την κομιξίστικη αισθητική τους.

Πάνω από όλα όμως, η φιλοσοφία της 5ης και τελευταίας σεζόν του «The Wire», η ουσία του αφηγηματικού παζλ που συγκροτεί συνοψίζεται στην ατάκα της Σνουπ, μιας εκ των τσιρακίων του Μάρλο. Κατευθυνόμενη προς μια κατά παραγγελία δολοφονία, θα ερωτηθεί από τον συνοδηγό της αν πιστεύει πως ο στόχος της αξίζει όντως να δολοφονηθεί ή πρόκειται για μια από τις συνηθισμένες υπερβολές στο αλισβερίσι ναρκωτικών, όπου άνθρωποι πεθαίνουν για ψύλλου πήδημα, χωρίς απαραίτητα να το αξίζουν. «Deserve got nothing to do», λέει η Σνουπ, που δεν μπαίνει στη διαδικασία να απαντήσει σε τέτοια ερωτήματα που μέσα στο παιχνίδι είναι φιλοσοφικά και όχι πρακτικά. Διότι σε πρακτικό επίπεδο δεν έχει σημασία τι αξίζεις και τι όχι, αυτά είναι υποκειμενικά ζητήματα και ουδέτεροι διαιτητές δεν υπάρχουν στο παιχνίδι. Στο παιχνίδι υπάρχουν μόνο ρόλοι και άνθρωποι που ψάχνουν να βρουν τον δικό τους ρόλο.

Με βάση αυτή τη διαπίστωση περί κοινωνικών ρόλων, η 5η σεζόν του «The Wire» γίνεται ένα σεναριακό σεμινάριο αναφορικά με το πως πρέπει να εξελίσσονται οι χαρακτήρες στις μυθοπλαστικές δημιουργίες. Ο Μάικλ και ο Ντούκι, δηλαδή τα δύο παιδιά που γνωρίσαμε στην τέταρτη σεζόν της σειράς και εδώ συνεχίζουν τις διαδρομές τους, ο Μπαμπλς, παλιό πρεζάκι της πόλης που δίνει αγώνα πλέον για να καθαρίσει, αλλά και μια σειρά από άλλους χαρακτήρες, προχωράνε, εξελίσσονται αλλά το κυριότερο, ψάχνουν να βρουν τη θέση τους στον κόσμο, αρνούνται τους ρόλους που τους έχουν φορτωθεί και αναζητούν νέους. Και κάθε φορά που κινούνται, κάποιοι άλλοι παίρνουν τη θέση τους, γιατί έτσι είναι το παιχνίδι: παράγει ανθρωπότυπους και τα πρόσωπα μπορεί να αλλάζουν, να εξελίσσονται ή ακόμα και να οπισθοδρομούν (και αυτό μέρος του παιχνιδιού είναι), αλλά οι ανθρωπότυποι παραμένουν.

Όλα κάνουν κύκλους σε αυτό το παιχνίδι, που θα μπορούσαμε να παρατηρούμε αιώνια. Και καθώς παρακολουθούμε τον Τζίμι Μακ Νάλτι να κοιτάει μελαγχολικά τη Βαλτιμόρη γνωρίζοντας πως την κοιτάμε για τελευταία φορά μαζί του, ευελπιστούμε κάτι αντίστοιχο, εκτός από τις κοινωνικές ταυτότητες, να ισχύει και για τα σίριαλ και κάπου, κάπως, κάποτε να βρεθεί μια σειρά που θα εκμεταλλευτεί επάξια την παρακαταθήκη που άφησε ετούτο το Crime αριστούργημα. Ευελπιστούμε αλλά δεν το πολυπιστεύουμε: το «The Wire» υπήρξε ένα αληθινό τηλεοπτικό θαύμα, που ούτε καν οι ίδιοι του οι δημιουργοί δεν κατάφεραν να ξαναπροσεγγίσουν στις μετέπειτα δουλειές τους. Και πόσο συχνά συμβαίνουν θαύματα στον κόσμο μας; Ειδικά στη Βαλτιμόρη: ποτέ.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here