«Hellraiser»: Αυτό το reboot προκαλεί περισσότερο πόνο παρά απόλαυση

0

Το remake του Hellraiser είναι η καλύτερη προσθήκη στο franchise εδώ και αρκετά χρόνια αλλά αυτό δεν λέει και πολλά. 

Ήταν 1986 όταν ο ανερχόμενος, τότε, Άγγλος συγγραφέας, Clive Barker, έγραψε την νουβέλα τρόμου με τίτλο ”The Hellbound Heart”. Επηρεασμένος από τα προσωπικά του βιώματα και την φιλοσοφία του Μπατάιγ, ο Barker δημιούργησε τους Κενοβίτες, παραμορφωμένες οντότητες από μια άλλη διάσταση που δεν ξεχωρίζουν την εμπειρία της ηδονής από τον πόνο. Τα αποτρόπαια αυτά όντα εμφανίζονταν μέσω ενός κύβου-παζλ σε αυτούς που επιθυμούσαν να ξεπεράσουν τα όρια της απόλαυσης, με τίμημα ένα αιώνιο βασανιστήριο.

Το horror είδος εκείνη την εποχή ήταν στο απώγειο του, οπότε τα στούντιο έψαχναν διαρκώς μία νέα ιστορία τρόμου για να μεταφέρουν κινηματογραφικά. Ο Clive Barker φάνταζε ιδανικός για μια πιο ακραία ιστορία και κάπως έτσι ανέλαβε ο ίδιος το σενάριο και την σκηνοθεσία της νουβέλας του. Υπήρχε όμως ένα μικρό εμπόδιο. Τα στούντιος ενδιαφέρονταν για slasher ταινίες με μπόλικο gore, ενώ η ιστορία του Barker ήταν κάτι παραπάνω από αυτό.

Η σαδομαζοχιστική αισθητική και η θεματική της ιστορίας που επικεντρωνόταν στην σύνδεση της ευχαρίστησης με τον ακραίο πόνο, ακόμα και για εκείνη την περίοδο, δεν ήταν τόσο προσιτό περιεχόμενο για ταινία μαζικής κατανάλωσης. Ευτυχώς όμως ο Barker κατάφερε να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη μια ταινία που ισορροπεί ιδανικά τόσο ως αγνό horror, όσο και ως μία αλληγορία πάνω στις βαθύτερες πτυχές του ηδονισμού.Το Hellraiser του 1987 αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία και η συνέχεια είναι πάνω-κάτω γνωστή, με τα sequels δυστυχώς να ρίχνουν την ποιότητα όσο περνούσαν τα χρόνια. Η φιγούρα του Pinhead έγινε άλλο ένα σύγχρονο κινηματογραφικό τέρας, παρέα με τους Michael Myers, Freddy Krueger, Chucky και άλλους, μία νοσταλγική υπενθύμιση της cult περιόδου των 80ς.

Στην περίοδο που διανύουμε όπου τα reboots και requels αποτελούν κανόνα στο Hollywood, το Hellraiser δεν γινόταν να ξεφύγει. Η επιτυχία του Halloween του 2018 ήταν το έναυσμα για έναν νέο κύκλο επαναφοράς κλασσικών ταινιών τρόμου και κάπως έτσι δόθηκε το πράσινο φως  για ένα reboot του διάσημου έργου του Clive Barker. Το σενάριο ανέλαβαν οι Ben Collins και Luke Piotrowski πάνω σε μια ιστορία που είχε σκεφτεί ο αμφιλεγόμενος David Goyer (The Dark Knight) και πίσω από την κάμερα βρέθηκε ο David Bruckner (The Night House), ένα από τα ανερχόμενα ονόματα του σύγχρονου τρόμου. Ο εμβληματικός Pinhead που έχει ταυτιστεί με την cult φιγούρα του Doug Bradley, πήρε ξανά σάρκα και οστά μέσω της Jamie Clayton (Sense 8), ενώ στο υπόλοιπο καστ βλέπουμε κυρίως άσημους ηθοποιούς, με εξαίρεση τον βετεράνο Goran Visnjic (The Girl with the Dragon Tattoo).

Σκηνοθετικά ο Bruckner τα πάει πολύ καλά. Στήνει μια σκοτεινή ατμόσφαιρα και δίνει αρκετές gore στιγμές, τιμώντας τον χαρακτήρα του franchise. Ο Αμερικανός δημιουργός δείχνει ότι σέβεται απόλυτα την ορίτζιναλ ταινία και της προσδίδει ένα κύρος που τόσο έλειπε από την πλειοψηφία των προηγούμενων ταινιών. Η νέα Pinhead εμφανισιακά είναι απειλητική και εκπέμπει έντονα την σαδομαζοχιστική φύση του χαρακτήρα. Δυστυχώς όμως οι υπόλοιποι Κενοβίτες φαίνονται φθηνιάρικοι και αυτό γίνεται αντιληπτό γρήγορα, ειδικά σε κοντινά πλάνα.

Στην πρώτη ταινία ο Pinhead και πάλι έκλεβε την παράσταση αλλά η αποκρουστική όψη των υπόλοιπων Κενοβιτών συμπλήρωνε ιδανικά το παζλ της φρίκης. Εδώ οι νέοι Κενοβίτες προσπαθούν ανεπιτυχώς να θυμήσουν τους παλιούς και οι νέες φιγούρες που εμφανίζονται δεν προκαλούν καμία απόστροφη. Η καλογυαλισμένη τους όψη αφαιρεί από την αρρωστημένη ”βρωμιά” που είχαν οι χαρακτήρες στην ορίτζιναλ ταινία. Κι εδώ μπορεί να φαίνεται ότι πέφτουμε στην παγίδα της νοσταλγίας αλλά η συγκεκριμένη αισθητική καθόρισε τόσο έντονα το Hellraiser, ώστε να γραφτεί στις χρυσές σελίδες του κινηματογραφικού τρόμου.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας όμως είναι το σενάριο. Η ιστορία ακολουθεί επιδερμικά την θεματική της ηδονής και του πόνου, προσπαθώντας να προσδώσει μία ταξική χροιά ενώ υπάρχει και μία απόπειρα ένταξης της θεματικής του εθισμού. Το LGBTQ στοιχείο είναι έντονο εδώ αλλά σε επίπεδο αντιπροσώπευσης και όχι ένταξης στην γενικότερη θεματική, μια θεματική που είχε έμμεση σχέση με τον σεξουαλικό προσδιόρισμο του δημιουργού της. Στην αδυναμία της ανάπτυξης της θεματικής προστίθενται και μερικές άστοχες σεναριακές επιλογές κυρίως στη μέση της ιστορίας που την υποβαθμίζουν σε horror ταινία της σειράς καθώς και μία περίεργη ανατροπή στους κανόνες που θέτει το ίδιο το σενάριο.

Επίσης ένα άλλο πρόβλημα είναι οι χαρακτήρες. Στην πρώτη ταινία το διεστραμμένο love story ήταν από μόνο του αρκετό για να σε αγκιστρώσει (καταλάβατε τι κάναμε εδώ, ε;) στην θέση σου. Στο reboot οι χαρακτήρες δεν προκαλούν κανένα ενδιαφέρον, με αποτέλεσμα να χάνεται η οποιαδήποτε δυναμική μεταξύ τους, με εξαίρεση τον χαρακτήρα του ηδονιστή επιχειρηματία Voight που υποδύεται ο Visnjic, ο οποίος όμως έχει μικρό σχετικά χρόνο συμμετοχής. Η Jamie Clayton είναι στιβαρή στον ρόλο του νέου Pinhead αλλά η παρουσία της δεν είναι αρκετή για να προκαλέσει το απαραίτητο δέος.

Μία ευχάριστη προσθήκη στο lore της ταινίας είναι ο τρόπος λειτουργίας του κύβου. Εδώ υπάρχουν διάφοροι σχηματισμοί που οδηγούν στην πραγματοποίηση της βαθύτερης επιθυμίας του χρήστη, κάνοντας έτσι μια σύνδεση μεταξύ των ιστοριών των δύο πρώτων Hellraiser. Τα προβλήματα της θεματικής που αναφέραμε πριν όμως υπερκαλύπτουν τις όποιες καλές προθέσεις της ταινίας.

Πράγματι, υπήρχε το υλικό για να δούμε μία καλή ταινία Hellraiser. Δυστυχώς όμως πέφτει στην παγίδα που πέφτουν τα περισσότερα σύγχρονα reboots και καταλήγει να είναι άλλη μια μετριότητα. Το μόνο καλό που προκύπτει είναι ότι υπάρχουν περιθώρια για βελτίωση. Δεν θα μας χάλαγε μια νέα ιστορία με την Jamie Clayton στον ρόλο αλλά πρέπει οι συντελεστές να τολμήσουν περισσότερο και να αγκαλιάσουν την θεματική που έθεσε ο Barker στην νουβέλα του. Ίσως τότε να έχουμε ένα πραγματικό διαμάντι. Μέχρι τότε θα έχουμε πάντα την πρώτη ταινία να μας πηγαίνει στις ανεξερευνητές περιοχές της σαρκικής εμπειρίας.