«Hard Rock» και «Αθήνα»: Επιστρέφοντας στην «άγρια» εφηβεία των 90s

Όλοι οι άνθρωποι χωρίζονται σε δυο κατηγορίες. Από τη μία, σε εκείνους που πέρασαν μια εφηβεία πλήρως εναρμονισμένη με την καταπίεση της εποχής, το σχολείο, τα διαβάσματα, τις εξετάσεις, την (υποτίθεται) επιτακτική απόφαση για το «τι θα κάνεις με το μέλλον σου». Και από την άλλη σε εκείνους που βαριόντουσαν όλη αυτή τη φάση, αφέθηκαν να τους «ρουφήξουν» πιο ενδιαφέροντα πράγματα (για την εφηβική ηλικία) όπως η μουσική, τα βιντεοπαιχνίδια, τα σκέιτ και άλλα τέτοια όμορφα και αναπόφευκτα μετουσιώθηκαν σε μαύρα πρόβατα του σχολικού περιβάλλοντος, βίωσαν μια ατέρμονη ζαλάδα από τα γονεϊκά κηρύγματα, πείστηκαν από τον (και καλά) συνετό κύκλο πως «δεν έχουν κανένα μέλλον» αλλά αυτό δεν υπήρξε ικανό για να τους πείσει ταυτόχρονα να συμμορφωθούν. Προφανώς, υπήρχαν και ορισμένοι που έζησαν την εφηβεία τους σε μια γκρίζα ζώνη που υπήρχε ενδιάμεσα των δυο προαναφερθέντων κατηγοριών αλλά, κακά τα ψέμματα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο άπαντες γέρναμε είτε προς την μία είτε προς την άλλη κατηγορία.

Δυο από τις πιο αξιόλογες και ποιοτικές προσπάθειες ελληνικών κόμιξ δημιουργιών έχει να κάνει με την δεύτερη κατηγορία παιδιών. Απευθύνεται σε όλους εκείνους που κάποτε άνηκαν σε αυτή και ως ξεκάθαρα αυτοβιογραφικές δημιουργίες είναι φτιαγμένες από δυο τύπους που κάποτε -για την ακρίβεια, στα 90s- άνηκαν σε αυτή. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για δυο δημιουργίες στο περιεχόμενο των οποίων μπόλικοι θα δούμε τους έφηβους εαυτούς μας και ως εκ τούτου αποτελούν εθιστικά consepts. Πρόκειται για το «Hard Rock» του Tasmar (κατά κόσμον Τάσος Μαραγκός), το οποίο, αφού έκανε έναν μίνι πάταγο με το πρώτο μέρος του, πρόσφατα κυκλοφόρησε και το πρώτο τεύχος του δεύτερου μέρους του και το «Αθήνα» του Βασίλη Λώλου, ενός κομίστα που αφού διένυσε μια εντυπωσιακή πορεία στις ΗΠΑ δουλεύοντας για τις μεγαλύτερες εταιρίες κόμιξ του κόσμου, επέστρεψε στο ελληνόφωνο κόμικ για να αφηγηθεί μερικές ιστορίες από την ελληνική πρωτεύουσα της δεκαετίας του ’90.

Πρόκειται για δυο δουλειές που αν και σε επίπεδου ύφους και σχεδίου απέχουν πάρα πολύ μεταξύ τους, είναι ξεκάθαρο ότι συνδέονται από μια διαλεκτική συγγένεια: την ανάγκη των δημιουργών τους να μιλήσουν για την «άγρια» νεότητά τους. Και εκ των πραγμάτων αποτελούν δυο προσπάθειες που αντικειμενικά απευθύνονται σε αναγνώστες με παρόμοιες αναμνήσεις από τα νεανικά τους χρόνια, σε αναγνώστες που αναπόφευκτα, κάπου σε αυτές τις ιστορίες θα δουν μια πτυχή των ίδιων των εαυτών τους.

Σχολείο, ναρκωτικά και (κυρίως) Rock ‘n Roll στην Σύρο

Ο κεντρικός πρωταγωνιστής του «Hard Rock» είναι ο Μάρκος. Πρόκειται για έναν πιτσιρικά που πάει Λύκειο κάπου στη Σύρο, ακούει φανατικά ροκ και αυτό που κατά βάση γουστάρει είναι να παίζει την αγαπημένη του μουσική. Στη Σύρο βέβαια, αυτά τα «αλήτικα» πράγματα δεν είναι και τόσο εύκολα. Και ειδικά για έναν μαθητή Λυκείου. Ο Τasmar ωστόσο προσεγγίζει τις περιπέτειες του Μάρκου με γνώμονα μια παιδική ξεγνοιασιά και σε δεύτερο επίπεδο με αμείλικτο αυτοσαρκασμό και άλλη τόση αιχμηρή σάτιρα στον συντηρητισμό του περιβάλλοντος όπου τα πάντα λαμβάνουν χώρα. Και αυτός είναι ο λόγος που σε κανένα σημείο δεν ενσωματώνεις την ασφυξία που θεωρητικά νιώθει ο Μάρκος του. Κάθε άλλο.

Η αφήγηση ισορροπεί πανέμορφα ανάμεσα στη διττή ψυχολογία ενός εφήβου που αμφισβητεί διαρκώς τον τρόπο ζωής που θέλουν να του επιβάλουν οι γονείς και το σχολείο του αλλά και την βαθιά αγάπη που ασυναίσθητα δημιουργείται σε έναν πιτσιρικά για όλη αυτή τη συνθήκη που ονομάζεται εφηβεία. Γι’ αυτό και ο Μάρκος πολλές φορές καταλήγει να αμφισβητεί και την ίδια την κοινότητα αμφισβήτησης που δημιουργεί τριγύρω του. Κάνει μπάφους και αλητεύει με την παρέα του αλλά σταδιακά, όσο μεγαλώνει και ωριμάζει, φαίνεται πως δεν του φτάνει ούτε αυτό, θέλει να ξεφύγει από το δίπολο της τοπικής συντήρησης από τη μία και μιας αντισυμβατικότητας που βασίζεται μόνο στο αραλίκι και κατά τα άλλα δεν εμπεριέχει τίποτα δημιουργικό από την άλλη.

Το «Hard Rock» είναι μια ιστορία ενηλικίωσης, γραμμένη και σχεδιασμένη με πολύ αγάπη, απεριόριστη κατανόηση και βαθιά συμπάθεια απέναντι στον βασικό πρωταγωνιστή. Το «Hard Rock vol. 2», του σίκουελ δηλαδή που έχει αρχίσει ήδη να κυκλοφορεί, μας μιλάει για την συνέχεια του ταξιδιού του Μάρκου προς την ενηλικίωση -αν και πλέον έχει περάσει τα 18 και τυπικά είναι ήδη ενήλικας- με τον ίδιο να είναι πλέον κάτοικος Αθήνας, να συγκατοικεί με μια φοιτήτρια φίλη του από τη Σύρο και να δουλεύει σε ένα κομιξάδικο των Εξαρχείων. Και η απόλαυση αυτής της εξιστόρησης, της εξιστόρησης ενηλικίωσης μέσα στην αφέλεια και την γοητεία της ανακάλυψης της underground κόμιξ σκηνής της Αθήνας, παραμένει στα ύψη, όπως ακριβώς και στο πρώτο μέρος.

Αθήνα: Εδώ δεν πιάνουν οι κατάρες, δεν πιάνουν οι ευχές

Μην σπάτε το κεφάλι σας και μην απορείτε. Δεν είναι εντύπωσή σας, είναι αλήθεια: το εξώφυλλο του «Αθήνα» του Βασίλη Λώλου είναι μια ευθεία αναφορά στο «Akira». Γενικά, στο «Αθήνα» ο Λώλος αποτίει έναν μεγάλο φόρο τιμής σε όλα εκείνα τα πράγματα που αποτελούσαν ιερά και όσια για τους nerds των 90s. Όμως, η εξιστόρηση της καθημερινότητας αυτών των παιδιών, σε αυτή την πόλη και εκείνη την δεκαετία, εδώ δεν γίνεται μέσα από έναν φωτεινά νοσταλγικό και εξιδανικευμένο τρόπο αλλά με τρόπο σκοτεινό και απαισιόδοξο, όπως ακριβώς η αίσθηση που απορρέει από τα βρώμικα σοκάκια των λαϊκών γειτονιών της πρωτεύουσας.

Εδώ ο πρωταγωνιστής είναι ο ίδιος ο Λώλος στα παιδικά του χρόνια. Και αν και ξεκαθαρίζει πως δεν είναι όλες οι ιστορίες που αφηγείται αποτέλεσμα αληθινών γεγονότων, στο τέλος δεν έχει και πολύ σημασία: όλες είναι μια συρραφή του κλίματος που επικρατούσε στις αλήτικες παρέες της τότε εποχής, όπως απλοϊκά συνηθίζει να αποκαλεί ο κόσμος των ενήλικων τα παιδιά με αυτόν τον τρόπο ζωής.

Τo Game Boy ειδικά αλλά και τα βιντεοπαιχνίδια γενικά ως ιερά τοτέμ, ως το απόγειο της διασκέδασης, σκουλαρίκια, τσουλούφια, ραφτά στα μπουφάν, τσακωμοί για μέταλ μπάντες, παπάκια, πατίνια, βρισίδια και κυνηγητά με μπάτσους, μπάφοι και γκομενικές ξεπέτες στα παιδικά δωμάτια, όλα αυτά αγκαλιάζονται αρμονικά από ένα ασπρόμαυρο αλλά τόσο σκοτεινό σκίτσο που αυθόρμητα σε κάνει να θες να διαβάσεις την «Αθήνα» με μουσική υπόκρουση από Τρύπες, της μπάντας δηλαδή που εξέφρασε με τόσο αποτελεσματικό τρόπο όλα εκείνα τα παιδιά που «δεν ήταν κανονικά» και ας ξεκαθαρίζει σε κάποια φάση ο (μεταλάς) πρωταγωνιστής πως «δεν ακούει Τρύπες».

Άλλωστε είναι δεδομένο και αυτό το κόμικ το επικυρώνει: στην Αθήνα -και ειδικά στις φτωχές της συνοικίες- το «τώρα ζητιανεύει λίγη πίκρα απ’ το χθες». Και αυτό δεν ισχύει μόνο στην μετά-2004 εποχή όπως εύστοχα ο Λώλος αποδομεί σε ορισμένες «στροφές» της αφήγησης. Στις γειτονιές της Αθήνας αυτό ίσχυε από πάντα. Ακόμα και στα υποτίθεται ανθηρά 90s.