«Halloween kills»: Θα χυθεί (πάρα πολύ) αίμα

0

Το Halloween Kills είναι η δωδέκατη ταινία Halloween αλλά βάσει retconned ιστορίας είναι η τρίτη. Αναμένουμε και την τέταρτη (ή δέκατη τρίτη) εν ευθέτω χρόνω…

Σε κινηματογράφους και σε streaming, μέσω του Peacock, ο θρυλικός Michael Myers εισβάλλει στις οθόνες μας για να συνεχίσει το λουτρό αίματος που αφήνει στο διάβα του. Το Halloween Kills, δια χειρός David Gordon Green, είναι ένα πραγματικά βαριεστημένο και αφηγηματικά φτωχό μπάχαλο που αντικαθιστά τους χαρακτήρες με πτώματα και τον διάλογο με ατάκες/συνθήματα.

Ξεκινώντας ακριβώς εκεί που μας άφησε το Halloween (2018), το Halloween Kills μας αποκαλύπτει πως ο Michael (ταν ταν ταααν) δεν πέθανε (σοκ και δέος)!

Ακόμα και αν δεν έχετε δει το prequel, ή και την αρχική ταινία του 1978, μην αγχώνεστε… έχουμε μπόλικο διάλογο και αρκετά flashbacks που θα σας εξηγήσουν τι έχετε χάσει. Δυστυχώς όμως, αν δεν έχετε δει τις δύο προαναφερθείσες ταινίες, μην περιμένετε να καταλάβετε γιατί οι θαυμαστές του τρόμου αγαπούν αυτό το franchise.

Το σενάριο είναι πραγματικά απαράδεκτο. Ενώ στο prequel του 2018 η Laurie Strode αναβίωσε πανέξυπνα ως μια σκληροτράχηλη «γιαγιά» με μετατραυματικό σύνδρομο, σε αυτήν την ταινία «θάβεται» ως απλή παρατηρήτρια των γεγονότων, ξεχνιέται για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι κι επανέρχεται προς το τέλος για να μας θυμίσει πως δεν βλέπουμε αυτοτελή ταινία αλλά προάγγελο της επόμενης. Την ίδια στιγμή η κόρη (Judy Greer) και η εγγονή της (Andi Matichak) παίρνουν το σκήπτρ… εεε… την τσουγκράνα για να κυνηγήσουν το τέρας. Στο επίκεντρο της προσοχής όμως  ο σεναριογράφος θέτει τους πολίτες του Haddonfield με τον κινηματογραφικό χρόνο να χωρίζεται ανάμεσα σε πολλούς χαρακτήρες. Αυτό από την μία μπερδεύει την ταινία, από την άλλη αφήνει το κοινό αδιάφορο. Πάμε από τον έναν χαρακτήρα στον άλλο και από την μία τοποθεσία στην άλλη. Χαρακτήρες που (ξανα)γνωρίζουμε πεθαίνουν μέσα σε λίγα λεπτά και γενικά οι θάνατοι πληθαίνουν αλλά εμείς μένουμε ασυγκίνητοι γιατί δεν γνωρίζουμε τα θύματα και δεν έχουμε επενδύσει καθόλου συναισθηματικά. Η ταινία επίσης περιλαμβάνει άτσαλες αναφορές στην αρχική ιστορία για να μυήσει τους αμύητους και για να ξανασυστήσει χαρακτήρες που δεν θυμάται κανένας μόνο και μόνο για να τους δούμε να δολοφονούνται.

Η ιστορία, ουσιαστικά, δεν εξελίσσεται. Οι χαρακτήρες δεν εξελίσσονται. Εμπλέκεται κάπου εκεί και η ιστορία ενός ψυχασθενή που έχει αποδράσει από ένα ίδρυμα η οποία υποτίθεται ότι κάτι θέλει να πει για την ψυχολογία του όχλου, αλλά είναι τόσο ξεδιάντροπα κακογραμμένη που είναι κυριολεκτικά λες και οι σεναριογράφοι μάσησαν το φαγητό τους και μετά μας το τάισαν με τον σωλήνα που ταΐζουν τις πάπιες που εκτρέφονται για foie gras. Ούτε αυτή η ιστορία όμως, εν τέλει, δεν έχει αντίκτυπο στο πώς θα κλείσει η αφήγηση που παρακολουθούμε συνολικά, αυτή του Michael και της Laurie. Με πραγματικά ηλίθιες δηλώσεις τύπου “He is an apex predator” και γενικότερα με ανάλογης βλακείας πράξεις ή αμέλειες, θα έτεινα να το θεωρήσω περισσότερο ως αιματηρή κωμωδία τρόμου παρά για θρίλερ τρόμου. Πραγματικά, σας προκαλώ να μην γελάσετε όταν κάποιος οργισμένος φωνάζει «Το Haddonfield ήταν ασφαλές και τώρα πια δεν είναι!» Φαντάζομαι ότι οι σεναριογράφοι προσπαθούσαν να κάνουν την πόλη (τους πολίτες, την τοπική κοινωνία) τον νέο πρωταγωνιστή αλλά, εκτός του ότι δεν το έκαναν καθόλου καλά, είναι δύσκολο να νοιαστείς για κόσμο που δεν έχεις γνωρίσει καθόλου και που συνήθως καταλήγουν δολοφονημένοι από δικά τους ηλίθια λάθη.

Συνολικά η ταινία «γράφει» περισσότερο ως μια σειρά δολοφονιών διά χειρός Michael παρά ως ταινία. Προφανώς κι έχουμε το βίαιο αιματοκύλισμα αλλά, μετά τα πρώτα φονικά, η άσκοπη βία γίνεται πολύ γρήγορα βαρετή κι επαναλαμβανόμενη. Εφόσον δεν νοιαζόμαστε για τα θύματα, το να βλέπουμε τον Michael απλά να σκοτώνει δεν μας αγγίζει καθόλου, ακόμα και αν μας αρέσει το είδος.

Η πλοκή είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη και η ιστορία απλά κάνει κύκλους με στάσεις για κάποιο φονικό, αντί να προσπαθεί να πάει προς κάποια κατεύθυνση. Οπότε καταλήγει να είναι μια σεκάνς δολοφονιών μίας ώρας και σαράντα πέντε λεπτών η οποία χάνει το ενδιαφέρον της στο πρώτο τέταρτο.

Είναι δύσκολο να σχολιάσω τις ερμηνείες, όταν οι χαρακτήρες είναι τόσοι πολλοί και με τόσο λίγο χρόνο αφιερωμένο στον καθένα. Η Jamie Lee Curtis παραμένει εξαιρετική αλλά είναι τόσο εκτός της ταινίας ο χαρακτήρας της που δεν έχει νόημα να το συζητήσω. Και αυτό είναι από τα χειρότερα αμαρτήματα της ταινίας. Έχει ένα δυνατό cast και αντί να το χρησιμοποιήσει ανάλογα, αναλώνεται σε άσκοπους φόνους. Υπάρχει μία και μοναδική σκηνή όπου η Laurie μοιράζεται το τραύμα της και τις συνέπειες της κατάστασης με έναν άλλο χαρακτήρα που κάνει επανεμφάνιση από το παρελθόν αλλά, και πάλι, καταλήγει να μην έχει τη βαρύτητα που θα μπορούσε να έχει με ένα καλύτερο σενάριο και δεν προσφέρει τίποτα ουσιώδες.

Χάρη στη δολοφονική μανία του Michael, το κοινό γνωρίζει και κατανοεί πλήρως ότι πρέπει κάποιος να τον σταματήσει. Η ρητή επανάληψη του γεγονότος αυτού όμως απλά κουράζει και ακούγεται γελοία, από ένα σημείο και μετά. Εν τέλει, το μόνο που προσφέρει αυτή η ταινία είναι η βία, η οποία γίνεται βαρετή πολύ γρήγορα. Σίγουρα έχει τον παράγοντα της νοσταλγίας για όσους αγαπάμε το Halloween αλλά και αυτό δεν φτάνει για να θεωρήσουμε το εγχείρημα αυτού του sequel έστω και λίγο πετυχημένο. Η επιτυχία ενός Halloween sequel εξαρτάται θεμελιωδώς από την ικανότητά της να αναδείξει και να μας τρομάξει με τον απίστευτο μαγνητισμό μεταξύ του Michael και της Laurie. Και αυτός ο μαγνητισμός, αυτός ο δεσμός είναι που ποδοπατήθηκε από την άμορφη συμμορία αυτόκλητων τιμωρών που φώναζαν «Απόψε θα πεθάνει το κακό».

Καλύτερα να δείτε τη σειρά των δολοφονιών της ταινίας στο YouTube και να μην χάσετε χρόνο με την ταινία. Πιστέψτε με, δεν θα χάσετε και πολλά, ίσα ίσα που θα κερδίσετε χρόνο.