«H Λάμψη»: Ωδή στο πιο σημαντικό horror όλων των εποχών

Μετά από πολλές αναβολές που με έκαναν να πιστεύω πως θα χάσω την ευκαιρία, είδα τελικά τις προάλλες στο σινεμά την τιτάνια «Λάμψη» του τριμέγιστου Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Συνειδητοποίησα πως ολόκληρη, από την αρχή μέχρι το τέλος, είχα να την δω πάνω από δέκα χρόνια – και ας έχω δει στο Youtube άπειρες φορές μερικές από τις καλύτερες στιγμές της.

Όπως και την πρώτη φορά που την είδα, όταν ήμουν 12 χρονών, συνεχίζω να πιστεύω πως οι λύσεις στα μυστήρια που παρουσιάζονται κατά την εξέλιξη της πλοκής της έχουν μεταφυσική (και όχι ψυχαναλυτική) χροιά: ο Κιούμπρικ διασκευάζει ένα βιβλίο αναφορικά με ένα πιτσιρίκι που έχει ένα ιδιαίτερο, μεταφυσικό χάρισμα και τα τεκταινόμενα λαμβάνουν χώρα μέσα σε ένα στοιχειωμένο ξενοδοχείο. Και αν ο βασικός πυρήνας του βιβλίου γίνεται απλά ο καμβάς πάνω στον οποίο ο Κιούμπρικ ξετυλίγει μια σειρά από προσωπικές δημιουργικές εμπνεύσεις, μετατρέποντας ουσιαστικά την «Λάμψη του Στίβεν Κινγκ» σε «Λάμψη του Στάνλεϊ Κιούμπρικ», αυτό δεν σημαίνει πως απογυμνώνει εντελώς το στόρι από τα μεταφυσικά του στοιχεία.

Ο Κιούμπρικ μάλλον θα γελούσε ειρωνικά αν άκουγε πολλές από τις «ρεαλιστικές» ερμηνείες που δόθηκαν μετέπειτα στο έργο του, αν και σαν τυπικός προβοκάτορας θα απέφευγε τελικά να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει το οτιδήποτε. Φυσικά, το γεγονός ότι κάθε μυστηριώδης στιγμή της ταινίας μπορεί να βρει την απόλυτη ερμηνεία της μέσα από την οικειοποίηση των μεταφυσικών δεδομένων της ιστορίας (με εξαίρεση ίσως το τελευταίο αινιγματικό πλάνο…) δεν αναιρεί ότι η ταινία αποτελεί ταυτόχρονα και μια τεράστια αλληγορία από την πλευρά του Κιούμπρικ – αυτό είναι κάτι που το «ανακάλυψα» τώρα, δεν μπορούσα να το νιώσω στην εφηβεία μου που είχα λιώσει την ταινία και την αντιλαμβανόμουν απλά και μόνο ως ένα αριστουργηματικό horror.

Η «Λάμψη» είναι συν τοις άλλοις μια τεράστια αποδόμηση του θεσμού του γάμου και ένας βανδαλισμός πάνω στο πρότυπο της αρμονικής και ευτυχισμένης οικογένειας. Ένα εργαλείο αντιστροφής της κοινωνικής προσδοκίας πως το κυνήγι της ευτυχίας περνάει μέσα από το τρίπτυχο δουλειά-σύζυγος-παιδί και η ανάδειξη πως αυτό το τρίπτυχο μπορεί κάλλιστα να είναι μια κλειστοφοβική φυλακή. Τόσο καταπιεστική που το ξέσπασμα εναντίον της κρύβει δολοφονικές διαθέσεις.

Μια από τις μεγάλες διαφωνίες ανάμεσα στον Στίβεν Κινγκ και τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ πριν τα γυρίσματα της ταινίας είχε να κάνει με την εμμονή του τελευταίου να χρησιμοποιήσει τον Τζακ Νίκολσον στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Με τον Νίκολσον να έχει μόλις παίξει στη «Φωλιά του Κούκου», να έχει εντυπωθεί στην συλλογική μνήμη του κινηματογραφικού κοινού ως τρελός και έχοντας μόλις τελειοποιήσει την ικανότητά του να παίζει με το σαλεμένο βλέμμα του, ο Κινγκ θεωρούσε πως όλα αυτά τα στοιχεία έρχονται σε αντίθεση με την φιλοσοφία του βιβλίου: ο πρωταγωνιστής της «Λάμψης» έπρεπε, κατά τον Κινγκ, να τρελαίνεται μέρα με την μέρα μέσα στο στοιχειωμένο και απομονωμένο ξενοδοχείο. Να αποτελεί έναν υγιή οικογενειάρχη που σιγά-σιγά βυθίζεται στον (δολοφονικό) παραλογισμό. Ο Νίκολσον προδιαθέτει το κοινό πως αυτή την τρέλα την κουβαλάει εξαρχής. Και αυτή η προδιάθεση μπλοκάρει το «χτίσιμο» του χαρακτήρα έτσι όπως το αντιλαμβανόταν ο Κινγκ. Κι όμως, ο Κιούμπρικ δεν θα μπορούσε να κάνει καλύτερη επιλογή. Όχι τόσο γιατί ο Νίκολσον εκείνη τη στιγμή βρίσκεται στην καλύτερη φάση της καριέρας του και δίνει ρεσιτάλ στον ρόλο (και για αυτό βέβαια…) αλλά κυρίως, διότι η έμπνευσή του να παρουσιάσει έναν χαρακτήρα που είναι ήδη κατεστραμμένος αποτελεί την αφετηρία για όλο τον συμβολισμό της ταινίας.

Ο Τζακ Τόρανς (ο χαρακτήρας του Νίκολσον δηλαδή…) όντως δεν είναι τρελός όταν η ιστορία ξεκινάει. Αλλά έχει μια σειρά από άλλα χαρακτηριστικά που η σταδιακή του κατάβαση στην τρέλα απλά τα γιγαντώνει. Ο Τζακ Τόρανς είναι ένας μισογύνης. Ένας καταπιεστικός και εκ των προτέρων βίαιος τύπος που κακομεταχειρίζεται την γυναίκα του. Όχι (απαραίτητα) σωματικά αλλά (σίγουρα) ψυχικά. Η σκηνή που κάθεται και γράφει στο μεγάλο σαλόνι του ξενοδοχείου και διαολοστέλνει την γυναίκα του επειδή τον διέκοψε και του «χάλασε την συγκέντρωση» με την Ντιβάλ να φεύγει απολογητικά και με το κεφάλι κάτω, έχοντας ενσωματώσει ξεκάθαρα τις ευθύνες για τον λεκτικό τραμπουκισμό που μόλις έχει υποστεί, είναι μια άρτια σκηνή αποτύπωσης μιας τυπικής λεκτικής κακοποίησης. Η ένταση και η σκληρότητα της σκηνής δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από εκείνες που ακολουθούν κατά την εξέλιξη της ταινίας, όταν πια ο Νίκολσον έχει ξεφύγει εντελώς και τριγυρνά στο ξενοδοχείο με ένα τσεκούρι κυνηγώντας την γυναίκα του και τον γιο τους.

Στην πραγματικότητα, ο Τόρανς είναι ένα δουλοπρεπές ανθρωπάκι που έχει μάθει να σκύβει το κεφάλι στη ζωή του και να ξεσπάει πάνω στην γυναίκα του και τον γιο του στο σπίτι. «Έχεις σκεφτεί ποτέ τις ευθύνες που έχω απέναντι στους εργοδότες μου; Τις ηθικές υποχρεώσεις που έχω απέναντι τους;», λέει κάποια στιγμή στη γυναίκα του αναδεικνύοντας στο έπακρο πόσο γλείφτης είναι όταν δεν τα βάζει μαζί της. Και στη συνέχεια της σκηνής, πριν ακολουθήσει το κλασσικό στιγμιότυπο με την σκάλα και το ρόπαλο του μπέιζμπολ, της ξεκαθαρίζει: «Δεν θα σε πειράξω, αγάπη μου. Δεν θα σε πειράξω, φως της ζωής μου. Απλά θα σου λιώσω το κεφάλι».

Σε μια άλλη στιγμή, όταν η Ντιβάλ του λέει πως ίσως θα έπρεπε να παρατήσουν αυτό το αναθεματισμένο ξενοδοχείο, πως ίσως το καλύτερο για τον Ντάνι (τον γιο τους) θα ήταν να γυρίσουν στην πόλη, ο Νίκολσον ξεσπάει λες και έχει μόλις ακούσει το πιο παράλογο πράγμα του κόσμου (ενώ έχει ακούσει ό,τι πιο λογικό έχει ειπωθεί στην ταινία). «Με έχεις καταστρέψει. Με θες να δουλεύω σε κάποιο σούπερ μάρκετ ή σε κάποιο γκαράζ. Με θες τιποτένιο», γκαρίζει ο Νίκολσον. Διότι πρέπει να γίνει πετυχημένος συγγραφέας και όχι ένας ακόμα εργαζόμενος της κακιάς ώρας, πρέπει να βρει την έμπνευσή του, πρέπει να γράψει ένα βιβλίο. Τι κι αν η Λάμψη έχει θεριεύσει στο μυαλό του γιου του και τον έχει τρελάνει; Τι κι αν η γυναίκα του βρίσκεται σε απόγνωση; Μπροστά στο κυνήγι της επιτυχίας του επικεφαλής αυτής της οικογένειας, τα άλλα μέλη δεν έχουν σημασία, όποια προβλήματα κι αν έχουν είναι δευτερεύοντα, το βασικό χρέος τους είναι να σταθούν υποστηρικτικά απέναντι στην κώλωνα της οικογένειας.

Ο Τόρανς είναι επίσης ρατσιστής. Κορδώνεται πως «οι λευκοί έχουμε τόσες υποχρεώσεις» και αντιλαμβάνεται ως προδοσία του γιου του το γεγονός ότι επικοινωνεί τηλεπαθητικά «με έναν αράπη». Ναι, το ξενοδοχείο και οι «ιδιαιτερότητές» του θα αναβαθμίσουν την φασιστική του φυσιογνωμία, θα τον μεταμορφώσουν σε μια δολοφονική μηχανή, όμως τα θεμέλια προϋπάρχουν στον χαρακτήρα του. Διότι τέτοιοι χαρακτήρες παράγονται στην κοινωνία, δεν είναι ένα απομονωμένο ξενοδοχείο υπεύθυνο για την παρουσία τους ανάμεσά μας, όπως πολύ εύστοχα αναδεικνύει ο Κιούμπρικ σε αντίθεση με αυτό που θα ήθελε απλοϊκά ο Κινγκ να ισχύει. Δεν είναι τα φαντάσματα του ξενοδοχείου αυτά που θα κάνουν τον Τόρανς βίαιο, δεν είναι τα φαντάσματα που θα μετρατρέψουν την οικογένειά του σε ένα σφαγείο. Τα πνεύματα της horror ιστορίας μας είναι απλά η αφορμή για όλα αυτά τα εφιαλτικά που ξετυλίγονται μπροστά μας. Ο Κιούμπρικ βγάζει την γλώσσα στο αμερικάνικο όνειρο, το τρολάρει με τον horror εφιάλτη του.

Τα φαντάσματα του ξενοδοχείου είναι εδώ για να τρομάξουν το κάθε μέλος της οικογένειας με διαφορετικό τρόπο. Στην Ντιβάλ, σε μια από τις ελάχιστες σκηνές της ταινίας που τρομοκρατείται από τα μεταφυσικά στοιχεία της ιστορίας, το ξενοδοχείο θα της ξυπνήσει τον ενδόμυχο φόβο πως ο άντρας της, εκτός από κακοποιητικός (κάτι που ίσως και να είναι ελεγχόμενο, άλλωστε η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, οι άνθρωποι αλλάζουν και υπάρχει και η οικογένεια που είναι πάνω από όλα και πρέπει να περιφρουρήσει την συνοχή της….) είναι και παιδόφιλος (αυτό όμως είναι κάτι που δυστυχώς δεν ελέγχεται και αν ισχύει η οικογένεια αυτόματα πρέπει να διαλυθεί…): τα στοιχεία που δίνει ο Κιούμπρικ για αυτόν της τον φόβο είναι τόσο διακριτικά και ταυτόχρονα τόσο αριστουργηματικά τοποθετημένα μέσα στις λεπτομέρειες της αφήγησης που δεν γίνεται να μην υποκλιθείς. Για το πιτσιρίκι από την άλλη, η είσοδος στο στοιχειωμένο δωμάτιο θα απελευθερώσει τον ενδόμυχο φόβο του: την γονεϊκή κακοποίηση. Ενώ για τον Τζακ είναι ο γάμος του που θα τον τρομοκρατήσει υπό μορφή φαντάσματος: μια μυστηριώδης, πανέμορφη γυναίκα θα τον πλησιάσει ερωτικά μέσα στο στοιχειωμένο δωμάτιο και αυτός θα την φιλήσει με πάθος αλλά προτού πάρει το στόμα του από το στόμα της, η όμορφη γυναίκα θα έχει δώσει την θέση της σε μια νεκροζώντανη, που η σήψη του σώματός της την κάνει απωθητική, σαν την σήψη του γάμου του, που είχε ξεκινήσει ως μια όμορφη εμπειρία και κατέληξε σε ένα αβάσταχτο συναίσθημα.

Η «Λάμψη» είναι ένα μεταφυσικό horror για μια οικογένεια και την αποτυχημένη προσπάθειά της να παραμείνει οικογένεια. Η εμμονή του Κιούμπρικ αναφορικά με το ζήτημα της διάλυσης της οικογενειακής «εστίας» δεν θα «σβήσει» με την «Λάμψη», δεν θα εξαντληθεί εκεί. Ο Κιούμπρικ θα επιχειρήσει να προσεγγίσει ξανά το θέμα 19 χρόνια αργότερα με το (επίσης αριστουργηματικό) «Μάτια Ερμητικά Κλειστά», κοιτώντας ειρωνικά την αστική κοινωνία αυτή τη φορά. Όμως σε αντίθεση με την σχετικά αισιόδοξη (για τους ήρωες) τελική έκβαση της τελευταίας του ταινίας, στην «Λάμψη» έχουμε να κάνουμε με έναν άλλο Κιούμπρικ. Στην «Λάμψη», σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα τυπικά horror, για το χάπι εντ δεν αρκεί απλά να ξεφύγουν οι «καλοί» από τα φαντάσματα, δεν αρκεί να εξοντωθεί τελικά ο μανιακός δολοφόνος με το τσεκούρι. Εδώ, το διακύβευμα είναι να σωθεί η οικογενειακή γαλήνη. Ή τέλος πάντων να εξασφαλιστεί το δικαίωμα της διεκδίκησής της. Μάταια όμως. Ο Κιούμπρικ έχει πάρει από την αρχή της ταινίας τις αποφάσεις του. Δεν είναι ακόμα ο ημι-διαλλακτικός Κιούμπρικ της τελευταίας του ταινίας αλλά ο προβοκάτορας Κιούμπρικ και εδώ διασκεδάζει όσο τίποτα να αποδομεί με αιματηρό τρόπο κάθε κλισέ σύμβαση περί οικογενειακής ευτυχίας.

Και δεν είναι μόνο όλα αυτά που κάνουν την «Λάμψη» μια μεγάλη ταινία. Από τις ανατριχιαστικές σκηνές με τα δυο κοριτσάκια (ίσως ό,τι πιο ανατριχιαστικό έχει γυριστεί στην ιστορία του σινεμά) μέχρι τα ασύλληπτης αισθητικής και τεχνικής τελειότητας κάδρα του Μέγα Κιούμπρικ και από το αριστοτεχνικά δομημένο αγωνιώδες κυνηγητό στον χιονισμένο λαβύρινθο μέχρι αυτόν τον μακρόσυρτο, ανατριχιαστικό ήχο που ακούγεται κάθε φορά πριν την εκδήλωση της Λάμψης (τρικ που θα ξεπατικώσει ο πιο πιστός μαθητής του Κιούμπρικ στο «Dark Knight» λίγο πριν από κάθε εμφάνιση του Τζόκερ), η «Λάμψη» είναι μια αριστουργηματική δημιουργία, η επιτομή του σινεμά.

Ο Μιχαήλ Μπακούνιν, μιλώντας κάποτε για την «9η Συμφωνία» του Μπετόβεν, είχε πει πως «ακόμα κι αν όλα τα πράγματα καταστραφούν στο μέλλον, αυτό το έργο τέχνης πρέπει να μείνει ανέπαφο, ακόμα και με κίνδυνο της ζωής μας». Η «Λάμψη» του Κιούμπρικ (όπως και μερικές ακόμα ταινίες του…) είναι κάτι αντίστοιχο: γενιές και γενιές θα έρχονται και θα φεύγουν από αυτό τον κόσμο αλλά η «Λάμψη» θα μένει ανέπαφη, θα φυλάσσεται σαν μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς για όλη την ανθρωπότητα και οι συμβολισμοί της θα αναλύονται για πάντα, η κλιμάκωση της έντασής της θα γίνεται αντικείμενο μελέτης στις σχολές κινηματογράφου.

Και φυσικά, σε μια εποχή που για να προωθηθεί μια ταινία βγαίνουν 4-5 τρέιλερ και μίνι βιντεάκια και τίζερ και χίλια δυο τέτοια, ο «Ιησούς Χριστός του Χόλιγουντ» παραδίδει μαθήματα για το πως σκατά μπορείς να κάνεις όλο τον κόσμο να ανατριχιάζει ξανά και ξανά και ξανά με μοναδικό περιεχόμενο ενός τρέιλερ ένα μονόλεπτο πλάνο:

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here