«Excalibur»: Ωδή στην καλύτερη κινηματογραφική μεταφορά του Βασιλιά Αρθούρου

0

Ένας φόρος τιμής στο έπος του John Boorman που, 40 χρόνια μετά την πρεμιέρα του, συνεχίζει να είναι η απόλυτη αναπαράσταση του θρύλου του Βασιλιά Αρθούρου. 

Η περίφημη Carmina Burana, το μουσικό έπος του Carl Orff, έγινε ευρύτερα γνωστή στην χώρα μας από τις αλησμόνητες συγκεντρώσεις του ΠΑΣΟΚ την δεκαετία του 80, με τον Ανδρέα Παπανδρέου να σαγηνεύει το ελληνικό κοινό και να παίρνει σαρωτικά την εξουσία. Την χρονιά που το ΠΑΣΟΚ κέρδισε για πρώτη φορά τις εκλογές και έστησε τον δικό του μύθο στην Ελλάδα, ένας άλλος μύθος έκανε την κινηματογραφική του πρεμιέρα. Ο λόγος  για το Excalibur του John Boorman, το οποίο, συμπτωματικά, χρησιμοποίησε την ίδια επική σύνθεση για να δώσει την απαιτούμενη μεγαλοπρέπεια στην αναπαράσταση του θρύλου του Βασιλιά Αρθουρού και των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης. Το ”Excalibur” τελικά μπορεί να μην είχε τον ίδιο αντίκτυπο με το ΠΑΣΟΚ, απέκτησε όμως επαξία μια θέση στα μεγάλα κινηματογραφικά έπη και θεωρείται από τους λάτρεις του είδους (και από εμάς), η καλύτερη κινηματογραφική μεταφορά του έπους του Αρθούρου.

Ο John Boorman, ο σκηνοθέτης πίσω από το πετυχημένο Deliverance αλλά και την παταγώδη αποτυχία, Exorcist II, είχε στο μυαλό του την κινηματογραφική μεταφορά του μύθου του Μέρλιν από το 1969 αλλά τα στούντιο δεν του έδωσαν το πράσινο φως. Αντίθετα του προταθήκε να γύρισει τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών αλλά το πλάνο αυτό παραήταν μεγαλόπνοο για την εποχή. Τελικά δεν κατάφερε να γυρίσει την ταινία που ήθελε αλλά του έτυχε μια ακόμα καλύτερη ευκαιρία. Η κινηματογραφική αφήγηση του μύθου του βασιλιά Αρθουρού και των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης, στην οποία ο μυθικός μάγος Μέρλιν παίζει κομβικό ρόλο.

Το ”Excalibur” έχει ως κύρια πηγή τον Θάνατο του Βασιλιά Άρθουρου, το λογοτεχνικό έργο του 15ου αιώνα, όπου ο Mallory, ο συγγραφέας του έργου, πήρε όλα τα στοιχεία από τα ποιήματα που είχαν γραφτεί για τον μυθικό βασιλιά και δημιούργησε μια ολοκληρώμενη ιστορία, η οποία εξιστορεί την άνοδο, την πτώση και την επαναφορά του Αρθούρου ως αλληγορία για τον κύκλο της ζωής. O Boorman πήρε σχεδόν αυτούσια την ιστορία, πρόσθεσε ορισμένα στοιχεία από άλλες διηγήσεις σχετικά με τον μύθο και δημιούργησε την απόλυτη κινηματογραφική μεταφορά που πλέον είναι η κατά κοινή παραδοχή πιο έγκυρη αποτύπωση του διάσημου μεσαιωνικού μύθου.

Μέχρι τότε οι μεταφορές του μύθου του βασιλιά Αρθουρού περιορίζονταν σε μιούζικαλ και φτωχές εκτελέσεις, οι οποίες έλκυαν το κοινό αλλά καμία δεν είχε πιάσει το πνεύμα της ιστορίας του εκλεκτού βασιλιά και των ιπποτών του. Ο Boorman δεν ήθελε να κάνει άλλη μία ρηχή μεταφορά για να ικανοποιήσει τις μάζες αλλά φρόντισε να αναδείξει την σκοτεινή πλευρά του μύθου, μέσα από αίμα, βία, σεξ, προσδίδοντας του παράλληλα ένα επικό μεγαλείο που δεν είχε ποτέ καμία από τις προηγούμενες μεταφορές.

Όταν στην αρχική σεκάνς της ταινίας, ο πρωταγωνιστής είναι ένας αλαζόνας και τρελαμένος βασιλιάς, ο οποίος δεν διστάζει να αλλάξει μορφή, μόνο και μόνο για να βιάσει την γυναίκα του αντιπάλου του, συνειδητοποιείς σύντομα ότι έχεις να κάνεις με μία τελείως ενήλικη και σκοτεινή ταινία φαντασίας. Στην επιβλητική εισαγωγή βλέπουμε τον Ούθερ, πατέρα του Αρθούρου, να δίνει την μάχη για την βασιλεία και με την συμβολή του Μέρλιν να αποκτάει το μαγικό σπαθί Εξκάλιμπερ, μία από τις πιο μαγικές κινηματογραφικές στιγμές που έχουν δει τα μάτια μας.

Η απληστία του Ούθερ θα οδηγήσει στον αναπόφευκτο χαμό του αλλά ο Μέρλιν έχει φροντίσει να πάρει τον Αρθούρο υπό την προστασία του, ώστε να εκπληρωθεί η προφητεία και να γίνει ο βασιλιάς που θα ενώσει την χώρα.

Γίνομαστε μάρτυρες της πορείας του Αρθούρου από έναν αφελή έφηβο σε έναν ώριμο και σοφό βασιλιά, την δημιουργία της Στρογγυλής Τραπέζης, τον έρωτα του με την Γκουίνεβιρ, την φιλία του με τον Λάνσελοτ και αλλά και την προδοσία του από αυτόν, την πτώση του βασιλείου του και την ένδοξη επιστροφή του. Ο ίδιος ο Boorman είχε δηλώσει ότι το ”Excalibur” πραγματεύεται το τέλος της μαγείας και των παγανιστικών θρησκειών και την αρχή της εποχής των ανθρώπων και του μονοθεϊσμού, εντάσσοντας την θεματική τέλεια, τόσο αισθητικά, όσο και αφηγηματικά.

Αισθητικά ο Boorman φτιάχνει ένα υπέροχο οπτικό στολίδι. Η χρήση των διαφορετικών χρωμάτων εναρμονίζεται στην εντέλεια με την αφήγηση. Από την χρήση του πράσινου φωτισμού στο Εξκάλιμπερ, την σεκάνς με την ανάσα του δράκου  και την ομιχλώδης και σκοτεινή μάχη του φινάλε, κάθε καρέ του χτίζει μία αξεπέραστη οπτική πανδαισία. Τα προβλήματα που προκύπτουν στην αφήγηση της ιστορίας έρχονται να καλυφθούν από τα φαντασμαγορικά πλάνα του Boorman που οπτικοποιούν τον μύθο σε όλο του το μεγαλείο, προσφέροντας μας αγνή κινηματογραφική μαγεία.

Η ταινία είναι επίσης γνωστή για την ανάδειξη της νέας τότε φουρνιάς Βρετανών και Ιρλανδών ηθοποιών όπως οι Gabriel Byrne (The Usual Suspects), Patrick Stewart, Liam Neeson, Ciaran Hinds (Game of Thrones). Ο Nigel Terry υποδύεται τον Αρθούρο σε όλη την διάρκεια της πορείας του. Όσο κι αν υστερεί αρχικά καθώς πρόκειται για ένα 35άρη ηθοποιό που συμπεριφέρεται σαν έφηβος, άλλο τόσο μας πείθει όσο ωριμάζει, βγάζοντας προς τα έξω όλες τις αρετές αλλά και τα ελαττώματα του χαρακτήρα του.

Την παράσταση κλέβουν όμως με άνεση οι Nicol Williamson και Helen Mirren στους ρόλους των Μέρλιν και Μοργκάνα αντίστοιχα. Ειδικά η ερμηνεία του Williamson αποτελεί οδηγό για το πως να υποδύεσαι έναν παντοδύναμο μάγο σε fantasy ταινία (συγγνώμη Ian McKellen). Η Mirren από την άλλη είναι ταυτόχρονα γοητευτική και μοχθηρή ως Μοργκάνα, εκμεταλλευομένη άψογα το στήσιμο του χαρακτήρα της. Η χημεία μεταξύ τους είναι εξαιρετική και σε αυτό μάλλον έπαιξε ρόλο και η παρασκηνιακή κόντρα που είχαν οι δύο ηθοποιοί μεταξύ τους. Ο Boorman θεώρησε πως η αμοιβαία αντιπάθεια τους θα βοηθούσε στις σκηνές που μοιράζονταν και εκ του αποτελέσματος είχε απόλυτο δίκιο.

Ειδική μνεία αξίζει να γίνει για την ερμηνεία του Paul Geoffrey ως Πέρσιβαλ, ο οποίος αποτελεί τον δεύτερο εκλεκτό στην τρίτη πράξη της ταινίας. Βλέπουμε την εξέλιξη του Πέρσιβαλ από έναν μικροκλέφτη στον ιππότη που βρίσκει το Άγιο Δισκοπότηρο και επαναφέρει τον Αρθούρο από την παρακμή του. Σε αντίθεση με τον Terry, ο Geoffrey πείθει τόσο ως η νεαρή εκδοχή του χαρακτήρα του, όσο και ως ο εκλεκτός που αλλάζει την μοίρα του βασιλείου.

Μελανό σημείο ίσως αποτελούν οι εμφανίσεις των Λάνσελοτ και Γκουίνεβιρ καθώς το love story τους φαίνεται βεβιασμένο και χώρις το βάθος που του αρμόζει. Η μεταξύ τους χημεία δεν είναι και η καλύτερη αλλά από την στιγμή που ακολουθεί τον μύθο, δεν δημιουργεί κάποιο σημαντικό πρόβλημα στην ταινία. Η ομοιότητα του Nicholas Clay (ο Λάνσελοτ) με τον Φαίδων Γεωργίτση σίγουρα δεν βοηθάει καθόλου.

Βλέποντας την ταινία εν έτει 2021, υπάρχουν πράγματα που έχουν παλιώσει. Οι σκηνές μάχης, αν και ωμές, δεν έχουν την γοητεία των πιο σύγχρονων fantasy έργων. Η θεατρικότητα των ερμηνειών επίσης θεωρείται ξεπερασμένη από το κοινό που δεν έζησε εκείνη την εποχή. Ακόμα, η ροή της ταινίας δεν ειναι και η πιο ισορροπημένη, με τις σεκάνς να διαδέχονται λίγο άτσαλα η μία την άλλη. Βέβαια αυτό δικαιολογείται, καθώς πρόκειται για μία τεράστια ιστορία που έπρεπε να ειπωθεί μέσα σε δυόμιση ώρες. Μία τριλογία (ή μία μίνι σειρά) που θα αποτελούσε remake της ταινίας αλλά να είναι πίστη στο πνεύμα του Boorman, θα ήταν μία καλή πρόταση.

Από την άλλη, 40 χρόνια μετά, το επικό μεγαλείο του Excalibur το έχουν αγγίξει ελάχιστες ταινίες του είδους. Η μυστικιστική ατμόσφαιρα του, η ψυχεδέλεια που το διέπει από την αρχή εώς το τέλος, η βία και η σκοτεινιά του το καθιστούν ως ένα από τα καλύτερα fantasy έργα όλων των εποχών και έδωσαν τις βάσεις για να δούμε πετυχημένες μεταφορές όπως τα ”Lord of the Rings” και ”Game of Thrones”. Η πιο δύσκολη αποστολή για έναν σκηνοθέτη είναι να σε πείσει για τον κόσμο που φτιάχνει. Ο Boorman αυτό το έφερε εις πέρας το 1981, μόνο με την χρήση πρακτικών εφέ. Και αυτό είναι δείγμα ενός μεγάλου σκηνοθέτη που γύρισε μια μεγάλη ταινία. Δεν είναι τυχαίο ότι καμία από τις επόμενες απόπειρες δεν κατάφερε ούτε στο ελάχιστο να πιάσει κάτι από την μαγεία του Excalibur. Και ούτε πρόκειται.