«Dune»: Το αντι-blockbuster έπος ενός μακρινού γαλαξία

Ο Αράκις είναι ένας πλανήτης γεμάτος άμμο, μια μεγάλη έρημος, αποτελούμενη από κατοίκους που έχουν μάθει να ζουν σαν τμήματα της φυσικής ζωής αυτού του πλανήτη και όχι ως δυνάστες της. Ως εκ τούτου σε αυτόν τον μεγάλο αμμόλοφο που λέγεται Αράκις, ο πολιτισμός είναι άμεσα συνδεδεμένος με αυτό που σε άλλες κοινωνίες θα ονομαζόταν οικολογία και ευαισθησία για την ισορροπία φύσης και ανθρώπινης παρουσίας. Αυτός ο πλανήτης είναι κατά τα άλλα γνωστός για δυο στοιχεία του: τα τεράστια σκουλήκια που ταξιδεύουν κάτω από την απέραντη άμμο του, που είναι ικανά να καταπιούν μια ολόκληρη πόλη και ένα μπαχαρικό που ανθεί μόνο εκεί και εκτός από ψυχοτρόπα ουσία αποτελεί και το τέλειο καύσιμο για το ταξίδι σε άλλους γαλαξίες.

Αυτό είναι το σκηνικό του «Dune», του βαθιά αλληγορικού βιβλίου επιστημονικής φαντασίας του Φρανκ Χέρμπερτ που καθόρισε την Sci Fi λογοτεχνία στο μακρινό 1965 και η κινηματογραφική απόδοση του οποίου αυτές τις μέρες ντεμπουτάρει στα σινεμά δια χειρός Ντενί Βιλνέβ. Το «Dune» είναι μια ιστορία από έναν μακρινό γαλαξία, μια ιστορία φεουδαρχικής σύγκρουσης ανάμεσα στον Οίκο των Ατρείδων και τον Οίκο των Χαρκόνεν. Οι πρώτοι είναι ευγενείς και φιλειρηνικοί τύποι που κυβερνούν ήδη έναν ειδυλλιακό πλανήτη. Οι δεύτεροι είναι οι βίαιοι δυνάστες του πλανήτη Αράκις. Η ιστορία του «Dune» ξεκινάει όταν ο επικεφαλής της διαγαλαξιακής αυτής αυτοκρατορίας (ο μυστηριώδης Αυτοκράτορας) προσφέρει στους Ατρείδες τον έλεγχο της τόσο πολύτιμης αποικίας του Αράκις.

Ο Δούκας Ατρείδης αισθάνεται πως μια παγίδα εμπεριέχεται σε αυτή την αυτοκρατορική προσφορά αφού έρχεται εις βάρος των αδίστακτων Χαρκόνενς. Ωστόσο, η ευκαιρία να κυβερνήσει ο Οίκος του το πιο άγονο σημείο του σύμπαντος είναι ακαταμάχητα δελεαστική. Άλλωστε αν το κάνει αποτελεσματικά και ταυτόχρονα φέρει την ειρήνη ανάμεσα στην αυτοκρατορία και τους κατοίκους του πλανήτη αυτού, θα έχει πετύχει την τέλεια ισορροπία. Ταυτόχρονα, θα έχει κληροδοτήσει στον γιο του, τον Πολ το τέλειο βασίλειο προς διακυβέρνηση.

Στο μεταξύ, ο Πολ δεν είναι ένα συνηθισμένο παιδί: κουβαλάει τρόμους που μοιάζουν με ευχές. Αφενός του μοιάζει αδύνατο να τις διαχειριστεί αλλά αφετέρου είναι αναγκαίο να τις κάνει τμήμα της φύσης του. Έχοντας κληρονομήσει τα υπερφυσικά χαρίσματα της μάγισσας μητέρας του, Λαίδης Τζέσικα, ο Πολ Ατρείδης μαστίζεται από οράματα για ένα μέλλον γεμάτο πόνο και θάνατο στον Αράκις. Αλλά επίσης και από οράματα για ένα ιδιαιτέρως «μεσσιανικό» μέλλον για τον ίδιο και τον ρόλο που πρόκειται να παίξει σε αυτόν τον πλανήτη: είναι άραγε ο «Εκλεκτός» που οι θρησκευτικές προφητείες των ντόπιων κατοίκων του Αράκις έχουν προβλέψει πως κάποια στιγμή θα εμφανιστεί στον πλανήτη για να φέρει την ισορροπία;

Υπήρξε για χρόνια ένα μεγάλο ερώτημα στους κύκλους των φανατικών οπαδών επιστημονικής φαντασίας: μπορεί άραγε το «Dune» να μεταφερθεί αποτελεσματικά στο σινεμά ή η περιπλοκότητα τόσο των πολιτικών συνδηλώσεών του όσο και του ίδιου του σύμπαντός του θα υποτιμηθεί από την αντικειμενικά πιο περιορισμένων δυνατοτήτων αφήγηση μιας κινηματογραφικής δημιουργίας; Το σινεμά άλλωστε έχει ως βασικό μέσο αφήγησής του την εικόνα ενώ η λογοτεχνία τον λόγο: μια ιστορία όπως το «Dune» μοιάζει κομμένη και ραμμένη για την λογοτεχνία και ταυτόχρονα, όσο πρόκληση και αν αποτελεί η κινηματογραφική της μεταφορά, ένα μεγάλο κινηματογραφικό ρίσκο. Τόσο η άκαρπη προσπάθεια του Γιοντορόφσκι στα 70s όσο και η αντικειμενικά αποτυχημένη (αν και ενδιαφέρουσα αισθητικά) προσπάθεια του Ντέιβιντ Λιντς το 1984 έμοιαζαν να δίνουν την απάντηση: το «Dune» δεν είναι για το σινεμά.

Όταν ο Ντενί Βιλνέβ αποφάσισε να αναιρέσει αυτή τη διαπίστωση και να γίνει ο τρίτος (και μάλλον φαρμακερός…) κινηματογραφικός δημιουργός που θα καταπιανόταν με την κινηματογραφική απόδοση του «Dune», τολμούμε να πούμε ότι είχε να απαντήσει και σε ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα: είχε πλέον αληθινό νόημα να δούμε το «Dune» στο σινεμά ή με τα 20s να έχουν μπει θα ήταν πια μια κλισέ μυθολογία; Είναι κοινό μυστικό άλλωστε ότι τα Star Wars άντλησαν ευθέως την έμπνευσή τους από το «Dune»: τα υπερφυσικά χαρίσματα του Πολ Ατρείδη μοιάζουν με μια πιο σκοτεινή εκδοχή της Δύναμης των Τζεντάι ενώ η ιστορία του Πολ μια πιο ενήλικη εκδοχή της ιστορίας του Λουκ Σκαϊγουόκερ και του πατέρα του, Νταρθ Βέιντερ/Άνακιν Σκάιγουόκερ. Και όπως και να έχει έντεκα ολόκληρες ταινίες και μια σειρά από το σύμπαν του Star Wars έχουν κάνει κομματάκι κλισέ μια ακόμα ιστορία περί «Εκλεκτού» σε έναν μακρινό γαλαξία.

Και δεν είναι μόνο στα Star Wars: το «εκλεκτιλίκι» αποτέλεσε βασική κινητήριο δύναμη της θρυλικής πλέον τριλογίας του «Matrix», γεγονός που προσδίδει επιπλέον έλλειμα πρωτοτυπίας στην ιστορία του «Dune». Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι πολιτικές δολοπλοκίες που βρίσκονται στο επίκεντρο της εν λόγω ιστορίας προσομοιάζουν εντυπωσιακά στην φυσιογνωμία του «Game of Thrones» (δημιουργία που επίσης επηρεάστηκε ευθέως από το «Dune»), συνεπώς ούτε το concept της συγκρουσιακής πολιτικής σε ένα fantasy περιβάλλον που μοιάζει με φεουδαρχία μπορεί πλέον με τους ίδιους όρους να εντυπωσιάσει τα σύγχρονα κοινά. Με άλλα λόγια, ο Βιλνέβ είχε μια δύσκολη εξίσωση να λύσει: ακόμα και αν καταφέρει αυτό που δεν κατάφεραν οι Γιοντορόφσκι και Λιντς, πόσο πρωτότυπη θα ήταν η επιτυχία του;

Η καύλα του Βιλνέβ για το σύμπαν του «Dune» γίνεται ξεκάθαρη από το πρώτο δευτερόλεπτο αυτής της πρώτης ταινίας (θα ακολουθήσει τα επόμενα χρόνια και το δεύτερο μέρος, άλλωστε μια ταινία δεν είναι αντικειμενικά δυνατό να φτάνει για ολόκληρο το «Dune»). Το σύμπαν που έχει στήσει προκαλεί οπτικούς και διαισθητικούς οργασμούς: η αποτύπωση των πλανητών, των κτιρίων, του φυσικού περιβάλλοντος, των επιμέρους πολιτισμών, των αντικρουόμενων κουλτούρων που συναποτελούν το σύμπαν του «Dune» αποτελεί έναν αναμφισβήτητο οπτικό και ατμοσφαιρικό θρίαμβο από πλευράς Βιλνέβ και με δεδομένο πως προερχόμαστε από ενάμιση χρόνο ουσιαστικής αποχής από τα κλειστά σινεμά (το αυτονόητο φυσικό περιβάλλον του «Dune» και εν γένει των δημιουργιών του Βιλνέβ) είναι αληθινό βάλσαμο αυτό που έχει κάνει ο Καναδός.

Όμως όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί, η υπνωτιστική ατμόσφαιρα και η οπτική επιτυχία δεν συνιστούν από μόνα τους υλικά για μια πετυχημένη δημιουργία στο σύνολό της: πρέπει να έρθει το σενάριο και να «δέσει» αρμονικά. Και δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει κανείς το ομώνυμο βιβλίο για να καταλάβει από τα πρώτα λεπτά πως η σεναριακή απόδοσή του αποτελεί το πρώτο (και τελικά, το κυριότερο) μειονέκτημα αυτής της ταινίας. Ολόκληρη η πρώτη, ουσιαστικά εισαγωγική πράξη του «Dune» διακατέχεται από αυτή την έκδηλη σεναριακή αδυναμία: όντας αδύναμος να εξηγήσει τον περίπλοκο κόσμο αυτού του σύμπαντος με βάση την κινηματογραφική γλώσσα (μην τα ξαναλέμε: είναι πολύ πιο εύκολα εφικτό κάτι τέτοιο μέσω του πλατιάσματος της λογοτεχνικής γραφής), ο Βιλνέβ καταλήγει να στοιβάζει το ένα exposition μετά το άλλο. Μπορεί τα exposition να είναι αποτελεσματικά και να καταλαβαίνουμε τι παίζει στο σύμπαν αυτό, όμως όταν στον κινηματογράφο εξηγείς αντί να δείχνεις, αυτόματα ο θεατής πετιέται απ’ έξω: με εξαίρεση ορισμένες αληθινά απολαυστικές σεκάνς, που θα μπορούσαν να λειτουργούν και ως μικρού μήκους σκετσάκια από το σύμπαν του «Dune», η κύρια εντύπωση από την (αναπόφευκτα σχετικά μεγάλη) εισαγωγή αυτής της δυομισάωρης ταινίας σε κάνει να νιώθεις πως όσο απολαυστικό και αν είναι στο μάτι αυτό που βλέπεις είναι ταυτόχρονα και άδειο από ψυχή.

Σύντομα ωστόσο, αυτή η αίσθηση τελειώνει. Όταν η ταινία ξεμπερδεύει από τα εισαγωγικά (αλλά μάλλον αναγκαία) κομμάτια της και περνάμε στο κυρίως θέμα της ιστορίας, όταν με άλλα λόγια καταλαβαίνουμε για τα καλά το υπόστρωμα της πλοκής και χωνόμαστε με τα μπούνια στην πλοκή, η ταινία αλλάζει, ο Βιλνέβ μοιάζει απαλλαγμένος ως αφηγητής από την αμηχανία της «πρώτης γνωριμίας» με αυτόν τον κόσμο, το «Dune» γίνεται για τα καλά δική του ταινία, η δημιουργική υπογραφή ανήκει εξ’ ολοκλήρου σε αυτόν, παύει να είναι απλά ο σκηνοθέτης διεκπεραιωτής της μεταφοράς ενός βιβλίου στο σινεμά, βλέπουμε ένα δικό του δημιούργημα και έτσι, σταδιακά, το «Dune» απογειώνεται.

Από αυτό το άνισο τελικό αποτέλεσμα βγαίνει ξεκάθαρα χαμένη η πολιτική πλευρά του «Dune»: οι πολιτικές αντιπαλότητες των τεκταινόμενων ουσιαστικά ξεπετιούνται και οι αλληγορίες του βιβλίου περί αποικιοκρατίας και οικολογίας ξεμένουν ως υπόνοιες στη συνολικότερη πλοκή. Μεγάλη κερδισμένη της ταινίας του Βιλνέβ είναι η έτερη φυσιογνωμία του «Dune»: αυτή της μεσσιανικής ιστορίας. Και -ποιος θα το περίμενε- όσες φορές και αν έχουμε δει μια αντίστοιχη ιστορία στο Sci Fi, το θαυματουργό χέρι του Βιλνέβ την προσεγγίζει με τόσο μα τόσο θελτικούς όρους. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία από ένα σημείο και μετά πως το «Dune» είναι μια ταινία του Βιλνέβ και διακατέχεται πλήρως από τη δημιουργική οπτική του: εδώ υπάρχει ένας σκοτεινός κυνισμός, οι φορείς του οποίου προσπαθούν να απαλλαχθούν από αυτόν μέσα από την εξέλιξή τους, να τον αποτάξουν για να λυτρωθούν και αναγκαία προϋπόθεση για αυτό είναι να δρουν και κάπως έτσι, η δράση της ταινίας (στυλιστικά πλήρως εναρμονισμένη με τον προαναφερθέντα κυνισμό) εμπλουτίζεται με συναισθηματικό βάρος και ως εκ τούτου γίνεται ουσιαστική. Ξέρει να τα κάνει πολύ καλά αυτά ο Βιλνέβ και τα κάνει θριαμβευτικά και στο «Dune».

Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί πως ο Τιμοτέ Σαλαμέ, ο ηθοποιός που καλείται να ενσαρκώσει τον δυνητικά «Εκλεκτό» Πολ Ατρείδη κουβαλάει στους υποκριτικούς του ώμους το μεγαλύτερο κομμάτι της ψυχής της ταινίας – εξόφθαλμα, ο Βιλνέβ έχει δουλέψει μαζί του για τον πρωταγωνιστικό ρόλο με μεγαλύτερη επιμονή σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο από το all star καστ της ταινίας. Μπορεί η αρχετυπική φιγούρα που ζωντανεύει ο Σαμαλέ να μοιάζει θεωρητικά κορεσμένη από το είδος που επηρεάζεται εδώ και δεκαετίες από το «Dune» αλλά ταυτόχρονα, είναι μια προσέγγιση φρέσκια κινηματογραφικά, μια πιο προσέγγιση πιο σκοτεινή και εσωτερική από ποτέ – θα τολμήσουμε να πούμε: πιο ουσιαστικά «μεσσιανική» από ποτέ.

Ο νεαρός «Εκλεκτός» είναι μια ταλαιπωρημένη, καταραμένη φιγούρα. Ακολουθεί το πεπρωμένο του γεμάτος από ανασφάλεια και απροθυμία: είναι ένας καταραμένος Μεσσίας (αλλά αυτό δεν είναι η αληθινή ουσία κάθε Μεσσία;). Συνεπικουρείται δε εξόχως απολαυστικά και αποτελεσματικά από την έτερη ουσιαστική πρωταγωνίστρια της ταινίας, την Λαίδη Τζέσικα, που «ζωντανεύει» από μια καταπληκτική ερμηνευτικά Ρεμπέκα Φέργκιουσον. Είναι δεδομένο πως ο Βιλνέβ έχει κοπιάσει πολύ για να προσδώσει την ανώτερη δυνατή χημεία ανάμεσά τους και το καταφέρνει με τόσο θριαμβευτικό τρόπο που το μεγαλείο της (άνισης κατά τα άλλα) ταινίας, που αναδύεται από ένα σημείο και μετά, δεν θα ήταν το ίδιο χωρίς αυτή τη χημεία. Μητέρα και Γιος, Γυναίκα και Άντρας, Μάγισσα και Μεσσίας και πάνω από όλα, Πολεμίστρια και Πολεμιστής: οι πολλαπλές ταυτότητες τους εναλλάσσονται αρμονικά στιγμή με τη στιγμή, τεκταινόμενο με το τεκταινόμενο, σεκάνς με τη σεκάνς και αυτή η εναλλαγή γίνεται τόσο αριστοτεχνικά που όσο και αν σε έχει κουράσει με την εισαγωγή της η ταινία, αδυνατείς εν τέλει να μην την ορίσεις ως έπος.

Το «Dune» κουβαλάει μια τόσο βαριά ιστορία ως τίτλος που θα περίμενε κανείς ότι η κινηματογραφική του μεταφορά θα άγγιζε τα επίπεδα μεγαλοπρέπειας ενός blockbuster που ήρθε για να αφήσει εποχή. Όμως η μεγαλοπρέπειά του είναι άλλου είδους σε σχέση με τα όσα έχουμε συνηθίσει από τόσο μεγαλεπίβολες προσπάθειες. Δεν είναι η μεγαλοπρέπεια όπως την είχε ορίσει ο «Άρχοντας των Δακτυλιδιών», δεν κουβαλάει την ποπ φαντασμαγορία των Star Wars, δεν συγγενεύει καν με τον cyberpunk πληθωρισμό των Matrix. Είναι μια μεγαλοπρέπεια εσωτερική, μελαγχολική, κουβαλάει μια σκοτεινιά που ψάχνει να βρει φως, πάνω από όλα είναι το δημιούργημα ενός auteur: είναι ένα αντι-blockbuster φτιαγμένο από blockbuster υλικά, είναι αυτό το τόσο λεπτά ισορροπημένο σινεμά του Βιλνέβ, που τον έχει μετουσιώσει στον πιο εμπνευσμένο δημιουργό των καιρών.

Ναι, είναι άνιση ταινία το «Dune» και ας μας παίρνει τα μυαλά με τόσο αποτελεσματικότητα από ένα σημείο και μετά που εν τέλει το πρόσημο καταλήγει να είναι θετικό. Ίσως αν πρέπει να καταλογιστεί κάτι στον δημιουργό του είναι το άγχος του να μην φανεί ιερόσυλος απέναντι στο αρχικό υλικό: αν είχε απαλλαγεί εξαρχής από αυτό το άγχος το «Dune» θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη ταινία. Αλλά ακόμα και έτσι -και ενόψει του δεύτερου μέρους που το περιμένουμε πως και πως πλέον- πρέπει να αισθανόμαστε τυχεροί που είδαμε αυτή την ταινία τη στιγμή της γέννησής της.