«Dune Part 2»: Δύσκολοι καιροί για Μεσσίες

0

Το δεύτερο μέρος του Dune ίσως δεν είναι το μπλοκμπάστερ που αξίζουμε αλλά είναι σίγουρα αυτό που είχαμε αναγκή.

Ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο για το σινεμά. Οι υπερηρωικές ταινίες που κυριάρχησαν την προηγούμενη δεκαετία έχουν περάσει και επίσημα σε φάση παρακμής ενώ οι πιο πετυχημένες ταινίες της χρονιάς ήταν το ”Oppenheimer” και το ”Barbie”, δείχνοντας μια ξεκάθαρη αλλαγή διάθεσης του κοινού προς τα μπλοκμπάστερ. Το πρώτο Dune του Ντένι Βιλνέβ κυκλοφόρησε σε μια δύσκολη περίοδο για τις αίθουσες καθώς ο κόσμος προσπαθούσε να αντιμετώπισει την πανδημία του Covid-19, με τον κινηματογράφο να πληρώνει σκληρό αντίτιμο. Παρόλα αυτά η ταινία πήγε αρκετά καλά αν λάβουμε υπόψη τις συνθήκες στις οποίες κυκλοφόρησε και η Warner έδωσε το πράσινο φως στον Καναδό σκηνοθέτη να ολοκληρώσει την ιστορία που ξεκίνησε με την πρώτη ταινία.

Το πρώτο μέρος του Dune ήταν αναμφίβολα ένα εντυπωσιακό έργο αλλά και μία άνιση ταινία. Από την μία είχαμε την επιβλητική σκηνοθεσία του Βιλνέβ, μυστηριακή ατμόσφαιρα, εξαιρετικές ερμηνείες από το πρωταγωνιστικό καστ και την απεικόνιση ενός συναρπαστικού κόσμου. Από την άλλη η ταινία ήταν ψυχρή όσον αφορά το στήσιμο των χαρακτήρων και τις σχέσεις μεταξύ τους και δινόταν η εντύπωση ότι βλέπουμε μία παράθεση γεγονότων του βιβλίου παρά μία ιστορία η οποία σε βυθίζει. Επ’ ουδενί δεν μιλάμε για κακή ταινία, άλλωστε το επίπεδο του Βιλνέβ είναι τόσο υψηλό που είναι εξαιρετικό δύσκολο να κάνει κάτι πραγματικά κακό. Συγκριτικά όμως με την υπόλοιπη φιλμογραφία του θα τολμήσουμε να πούμε ότι το Dune υστερεί.

Το δεύτερο μέρος ήταν ένα μεγάλο στοίχημα. Εκεί ο Βιλνέβ έπρεπε να αναδείξει κάτι πραγματικά μεγαλειώδες, το οποίο είχε υποσχεθεί στην προηγούμενη ταινία και η αλήθεια είναι ότι δεν ήμασταν σίγουροι αν θα το καταφέρει. Τελικά το αποτέλεσμα τον δικαιώνει, όχι ίσως με τον τρόπο που επιθυμούσαμε αλλά σίγουρα πανηγύρικα.

Σε αντίθεση με την πρώτη ταινία, το δεύτερο μέρος είναι πιο κοντά στην παραδοσιακή φόρμουλα του μπλοκμπάστερ. Υπάρχει αρκετή δράση, μεγαλειώδη πλάνα, love story και μια αίσθηση δέους που μπορείς να απολαύσεις μόνο σε μεγάλη οθόνη. Τα προβλήματα της πρώτης ταινίας δεν ξεπερνιούνται εντελώς καθώς και κι εδώ έχουμε ξανά αρκετό exposition και μια αίσθηση διαδικαστικότητας που ευτυχώς ελαττώνεται όσο προχωράει η ταινία, με αποκορύφωμα την κλιμάκωσή της, όπου έχουμε και τις καλύτερες στιγμές της. Αναμφίβολα όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κινηματογραφικό υπερθέαμα για το οποίο αξίζει να πληρώσεις εισιτήριο για να το βιώσεις στην σκοτεινή αίθουσα.

Σε αυτό οφείλεται και η απόφαση του Βιλνέβ να αφήσει πίσω το ψυχρό στήσιμο, να επικεντρωθεί στην δράση και να δώσει παραπάνω ζωή στην αλληλεπίδραση των χαρακτήρων, οι οποίοι με την σειρά τους δίνουν περισσότερη ζωντάνια στην ιστορία. Οι Τιμοτέ Σαλαμέ και Ζεντάγια δουλεύουν ικανοποιητικά ως ζευγάρι και η Ρεμπέκα Φέργκιουσον έχει σημαντικό ρόλο αλλά μικρότερο σε βαρύτητα σε σχέση με την πρώτη ταινία. Ο Σαλαμέ καταφέρνει να φέρει εις πέρας το κομμάτι του ηγέτη, ενσαρκώνοντας εξαιρετικά το πορτρέτο του Πολ Ατρείδη, από την αυτοαμφισβήτηση στην πλήρη αποδοχή του νέου του ρόλου ως αρχηγού επανάστασης. Ο Χαβιέ Μπαρδέμ στον ρόλο του Στίλγκαρ είναι απολαυστικός ως φονταμενταλιστής Φρέμεν, δίνοντας και μια ωραία κωμική χροιά ενώ ο Γκέρνι Χάλεκ του Τζος Μπρόλιν απλά διεκπεραιωτικός.

Οι Χαρκόνεν εδώ έχουν ακόμα μικρότερο ρόλο σε σχέση με την πρώτη ταινία με τους Dave Bautista και Stellan Skarsgard να μην έχουν αντίκτυπο και δυστυχώς να περνάνε απαρητήρητοι. Ευτυχώς όμως γίνεται καλύτερη δουλειά στον Φέιντ Ράουθα, τον κεντρικό ανταγωνιστή της ταινίας. Ο Austin Butler βγάζει πραγματική διαστροφή και μοχθηρία στον ρόλο και αποτελεί μια σημαντική απειλή για τον Πολ και τους Φρέμεν. Η εισαγωγή του χαρακτήρα στην αρένα, η οποία γυρίστηκε με υπέρυθρη κάμερα είναι ομολογουμένως εντυπωσιακή ενώ η τελική μονομαχία είναι γεμάτη ένταση και αγωνία και αυτό οφείλεται κατά βάση στην ερμηνεία του.

Επίσης έχουμε τους Φλόρενς Πίου και Κρίστοφερ Γουόκεν στους ρόλους της πριγκίπισσας Ίρουλαν και του Αυτοκράτορα αντίστοιχα καθώς και την Λία Σεϊντού στον ρόλο μιας Μπένε Τζέζεριτ, οι οποίοι ανοιγούν παραπάνω τον κόσμο του Dune, δίνοντας επιτέλους βαρύτητα στο πολιτικό κομμάτι της ιστορίας του Herbert και στις δολοπλοκίες του σύμπαντός του. Ο ρόλος τους είναι μικρός αλλά σίγουρα θα παίξουν ακόμα πιο σημαντικό ρόλο στην πιθανή συνέχιση της ιστορίας.

Το Dune του Frank Herbert είχε πολλές αλληγορίες. Ήταν ένας μεσσιανικός μύθος με έντονες πολιτικές και οικολογικές προεκτάσεις, το ιδανικό πάντρεμα της space opera με το σκεπτόμενο sci-fi. Ο Βιλνέβ, γνωρίζοντας το δύσκολο έργο που ανέλαβε, αποφάσισε να επικεντρωθεί με το μεσσιανικό κομμάτι, επιλέγοντας να ασχοληθεί επιφανειακά με τα υπόλοιπα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην μαθαίνουμε ιδιαίτερα για την σημασία του μπαχαρικού και τις πολιτικές εκφάνσεις γύρω από αυτό, ούτε για το κομμάτι της οικολογίας, το οποίο ήταν και η αρχική έμπνευση για να γραφτεί το βιβλίο, παρά μόνο μέσα από exposition διαλόγους. Ακόμα και η καλύτερη προσπάθεια που γίνεται στην δεύτερη ταινία δεν είναι αρκετή για να πιάσει εις βάθος τις θεματικές του βιβλίου.

Στο κομμάτι της μεσσιανικής θεματικής όμως δίνει πραγματικά ρέστα. Έχοντας στήσει τον Πολ Ατρείδη σαν μια καταραμένη φιγούρα από την πρώτη ταινία, εδώ ολοκληρώνει τον προορισμό του και αγκαλιάζει πλήρως την ουσία της ιστορίας του Herbert πάνω στον μεσσιανισμό και τις συνέπειές του. Από την μία έχεις έναν απελευθερωτή, έναν Εκλεκτό, που αντιμετωπίζει τους καταπιεστές ενός λαού, από την άλλη στήνεις το έδαφος για μελλοντικές γενοκτονίες πάνω στο όνομα ενός ανώτερου όντος. Ο Βιλνέβ αναδεικνύει ξεκάθαρα τους κινδύνους του θρησκευτικού φονταμενταλισμού και χρησιμοποιεί τον χαρακτήρα της Τσάνι για να το κάνει ξεκάθαρο και στον πιο ανυποψίαστο θεατή. Παράλληλα βλέπουμε την τραγικότητα του χαρακτήρα του Πολ, ο οποίος καλείται να αναλάβει έναν ρόλο που δεν επέλεξε ποτέ, έναν ρόλο με ολέθριες συνέπειες για τον κόσμο και παρά την άρνησή του, αναγκάζεται να αποδεχθεί ένα δυσοίωνο μέλλον με αυτόν να είναι ο βασικός υπεύθυνος για τις επερχόμενες καταστροφές.

Το δεύτερο μέρος του Dune είναι πράγματι μια μεγάλη επιτυχία και ως έναν βαθμό δικαιολογείται η αποθέωση που λαμβάνει από κοινό και κριτικούς. Όμως η πρώτη ταινία δεν κατάφερε τόσο καλά να στήσει τον κόσμο αυτό και τους χαρακτήρες του, με αποτέλεσμα η δεύτερη ταινία να έχει τα όλα τα υλικά για να είναι αριστούργημα αλλά να μην είναι. Η ψυχρότητα του πρώτου μέρους δεν βοηθάει στο να δημιουργήσει έντονες συγκινήσεις όπως οφείλει να έχει ένα μπλοκμπάστερ τέτοιου βεληνεκούς. Και σε αυτό το σημείο είναι που διαφωνούμε με ανούσιες συγκρίσεις του Dune με τεράστια franchise όπως ”Star Wars” και ”Lord of the Rings”. Όσο εντυπωσιακές κι αν είναι οι δύο ταινίες του Βιλνέβ λείπει αυτό το απαραίτητο συστατικό της μαγείας που κατέχουν τα δύο προαναφερθέντα franchise.

Σίγουρα όμως δεν μπορούμε να αμφιβητήσουμε ότι πρόκειται για ένα μπλοκμπάστερ ανάσα απέναντι στην ποιοτική πτώση που διανύουμε τα τελευταία χρόνια, το οποίο ελπίζουμε να αποτελέσει το έναυσμα για να ξεφύγουμε από αυτή και να επιστρέψουμε σε εποχές όπου οι ταινίες ήταν κατά βάση έργα δημιουργών και όχι αποστειρωμένες προσπάθειες των στούντιο για να βγάζουν εύκολο κέρδος.

Τα Dune του Βιλνέβ δεν πρόκειται να αλλάξουν το σινεμά, δεν πιστεύουμε ότι θα αφήσουν τέτοια παρακαταθήκη όπως άλλα ιστορικά franchise, σίγουρα όμως είναι δημιουργίες που μπορεί να κάνουν το Hollywood να στραφεί προς έργα, περισσότερο προσηλωμένα στην ιστορία που θέλουν να αφηγηθούν και φτιαγμένα πρωτίστως για να είναι καλές ταινίες. Ο Βιλνέβ έχει δηλώσει ότι θέλει να ολοκληρώσει την Dune τριλογία του με το Dune Messiah και η αλήθεια είναι ότι έχει κάνει εξαιρετικό στήσιμο γι’ αυτό. Εμείς θα το αναμένουμε και ελπίζουμε να είναι ακόμα καλύτερο.