«Better Call Saul»: Ο δικός του ο τρόπος…

Στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, ενώ ξεδιπλωνόταν μπροστά μας το τηλεοπτικό θαύμα που άκουγε στο όνομα «Breaking Bad», κάποιοι βλέπαμε στην καρδιά της συγκλονιστικής μεταμόρφωσης του Γουόλτερ Γουάιτ από φιλήσυχο οικογενειάρχη σε βαρώνο των ναρκωτικών μια οσμή από τον θρυλικό «Νονό» του Φράνσις Φορντ Κόπολα: εντελώς διακριτικά το «Breaking Bad» εμπνεόταν από τον τρόπο που ο Κόπολα καθοδήγησε τον πρωταγωνιστή του στην «σκοτεινή πλευρά» του κόσμου και στο πως τον μετουσίωνε σε τραγικό χαρακτήρα μέσα από την γοητεία που του ασκούσε αυτός ο κόσμος. Όπως ο Μάικλ Κορλεόνε έτσι και ο Γουόλτερ Γουάιτ παραμύθιαζαν τον εαυτό τους πως δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς αλλά στην πραγματικότητα, γούσταραν πολύ με την τροπή της ζωής τους.

Το «Better Call Saul», η σειρά που εκλήφθηκε ως ένα απλό spin off του «Breaking Bad» για να καταλήξει εν τέλει να συγκρίνεται ευθέως με αυτό, είναι μια ακόμα διακριτική διαπίστωση πως ο Βινς Γκίλιγκαν πράγματι κοίταξε προς το έπος του Κόπολα δομώντας το δικό του έπος. Όπως ο «Νονός 2», σίκουελ και ταυτόχρονα πρίκουελ του πρώτου μέρους (όπως και το «Better Call Saul» άλλωστε σε σχέση με το «Breaking Bad»), επιχείρησε να αποτελέσει μια μεγάλη συγκριτική μελέτη ανάμεσα στους δυο εμβληματικούς χαρακτήρες της ιστορίας, εμβολιασμένη από την ανάδειξη της αλήθειας πως οι εκάστοτε συνθήκες διαμορφώνουν τα αποτελέσματα των επιλογών μας, έτσι και το «Better Call Saul» μας έβαλε στο τρυπάκι να παρακολουθούμε μια παρόμοιας υφής ιστορία σε σχέση με τον προκάτοχό του, αλλά αυτή τη φορά διαφοροποιημένη σε επίπεδο περιεχομένου ακριβώς εξαιτίας των διαφορετικών συνθηκών εντός των οποίων δρούσαν οι χαρακτήρες.

Ο Τζίμι Μακ Γκιλ, ο αποτυχημένος δικηγόρος που άλλαξε το όνομά του σε Σολ Γκούντμαν, είχε μια παρόμοια ιστορία με τον Γουόλτερ Γουάιτ: ήταν ένας άνθρωπος που βρέθηκε εμπλεκόμενος με το οργανωμένο έγκλημα επειδή οι συνθήκες τον οδήγησαν σε αυτή την επιλογή. Σε πλήρη σύνδεση με τον πρωταγωνιστή του «Breaking Bad» γοητεύτηκε από την δυνατότητα του να αναδειχθεί σε εξέχων μέλος αυτού του κόσμου, αγκάλιασε αυτό του το ταλέντο ωστόσο σε αντιδιαστολή με τον πρωταγωνιστή του «Breaking Bad» -και εδώ είναι το σημείο που αυτή η σειρά απέκτησε τη δική της, αριστουργηματική ταυτότητα- δεν ήταν αυτή η ζωή που τον γέμιζε. Στην πραγματικότητα, ο Σολ Γκούντμαν/Τζίμι Μακ Γκιλ ήθελε απλά να ζει με την γυναίκα που αγαπάει. Ναι, είχε την δυνατότητα να ανταποκρίνεται στις συνθήκες κάθε φορά που η «σκοτεινή πλευρά» τον ρουφούσε στο μέρος της αλλά στην πραγματικότητα, δεν τον γέμιζε, δεν ήθελε να έχει σχέση μαζί της: ήταν τραγικός χαρακτήρας επειδή αναγκάστηκε να κάνει τα όσα έκανε.

Ακριβώς εξαιτίας αυτής της πραγματικότητας, ακριβώς επειδή ο πρωταγωνιστής του «Better Call Saul» κουβαλάει στο μυαλό του μια πυξίδα που «δείχνει» προς μια φωτεινή πλευρά της ζωής, καταφέρνει στο φινάλε της διαδρομής του να νιώσει αυτό που ο Γουόλτερ Γουάιτ δεν ένιωσε ποτέ: εξιλέωση. Και αυτό ανεξάρτητα από τις βαριές επιπτώσεις που εν τέλει κληρονόμησε από τη ζωή που έκανε. Στο τέλος της ημέρας, μέσα από το γλυκόπικρο φινάλε της σειράς, το προσωπικό του πρόσημο υπήρξε μάλλον θετικό. Δίχως υπερβολή, το φινάλε του «Better Call Saul» είναι ασύλληπτου επιπέδου τηλεόραση, όπως ακριβώς άλλωστε και ολόκληρη η σειρά.

Για αυτόν τον ταλαντούχο δικηγόρο που δεν κατάφερε ποτέ να βιώσει την κοινωνική αναγνώριση που βιώνουν οι όμοιοί του και έτσι, αναδείχθηκε απρόθυμα σε έναν θρύλο ανάμεσα στους ανθρώπους του υπόκοσμου, υπήρχαν δυο άνθρωποι που συνυπήρχαν διαρκώς στο ίδιο σώμα. Από την μια, ο Τζίμι Μακ Γκιλ: η «καθαρή» του πλευρά, η «ηθική» του, η ιδανική. Και από την άλλη, ο Σολ Γκούντμαν: ο κομπιναδόρος, ο βρώμικος, ο νταραβερτζής των κακοποιών. Ολόκληρη η σειρά υπήρξε μια προσωπική μάχη ανάμεσα σε αυτούς τους δυο εαυτούς του πρωταγωνιστή, ο οποίος καλούταν διαδοχικά είτε να αγκαλιάζει την σκοτεινή του πλευρά είτε να την πολεμά προς όφελος της φωτεινής του. Το «Better Call Saul» ήταν έξι σεζόν αποτύπωσης αυτής της τόσο βαθιάς διαδικασίας.

Αναπόφευκτα το τελευταίο επεισόδιο θα έπρεπε να αποτελέσει και τον τελικό του προορισμό, την καταστάλλαξή του. Και αυτό θα ήταν τελικά, μια δική του επιλογή. Διότι μπορεί οι εξωτερικές συνθήκες αυτού του κόσμου να μην μας αφήνουν να επιλέξουμε με απόλυτη ελευθερία αυτό που θέλουμε να κάνουμε στη ζωή μας, μπορεί να μας στερούν την ιδανική πορεία που θέλουμε να χαράξουμε για εμάς αλλά το «Better Call Saul» μέσα από τον πρωταγωνιστή του μας το υπενθυμίζει: τελικά, πάντα έχουμε μια επιλογή. Δεν είναι ιδανική -αυτές οι καταραμένες οι συνθήκες πάντα θα μας φυλακίζουν- αλλά υπάρχει.

Αυτή ήταν η μεγάλη γοητεία του Τζίμι/Σολ: ποτέ δεν υπήρξε απόλυτα ελεύθερος να ορίσει τη ζωή του (ποιος το έκανε άλλωστε ποτέ;), αλλά πάντα έκανε τις επιλογές του, ποτέ δεν παραιτήθηκε από την ευθύνη να τις παίρνει, ποτέ δεν δέχθηκε μοιρολατρικά να τις αγνοήσει. Τελικά, αυτό ήταν που δεν του συγχωρέθηκε ποτέ: σε έναν κόσμο που μας θέλει έρμαιά του, εκείνος έκανε τα πράγματα με τον δικό του τρόπο.

Το φινάλε του «Better Call Saul» βρήκε διάφορους από εμάς να διαφωνούμε με την τελική του επιλογή, να θέλουμε να μπουκάρουμε στο σύμπαν της σειράς, να υπάρξουμε ο μοναδικός φίλος του Τζίμι/Σολ και να του πούμε να διαλέξει κάτι άλλο, να μην ακολουθήσει το μονοπάτι που ακολούθησε εν τέλει. Όμως, όπως και σε όλη τη διάρκεια της σειράς, αυτός τελικά έγραψε στα παλιά του τα παπούτσια κάθε «λογική» συμβουλή και τερμάτισε την ιστορία του όπως εκείνος ήθελε. Μπορεί κάποιοι να διαφωνήσαμε με τον τρόπο που διαχειρίστηκε την τελευταία μεγάλη περιπέτειά του. Ήταν όμως ο δικός του ο τρόπος. Και εν τέλει, αυτό είναι που μετράει.