«Batman: Damned»: Ο Σκοτεινός Ιππότης αναμετριέται με τις κατάρες του

Ένα πτώμα ανασύρεται από το νερό που βρίσκεται κάτω από τη γέφυρα της Γκόθαμ Σίτι. Στην πόλη του χάους και της εγκληματικότητας φυσικά, το γεγονός αυτό δεν αποτελεί κάποια πρωτάκουστη είδηση. Είναι ωστόσο η ταυτότητα του νεκρού που δημιουργεί την αίσθηση πως μια ολόκληρη εποχή έχει τελειώσει για την πόλη και μια νέα ξεκινά: το πτώμα είναι του Τζόκερ! Ο διαβολικός κλόουν που καθόρισε τον υπόκοσμο της Γκόθαμ, ο πρίγκηπας του εγκλήματος είναι νεκρός!

Τι σχέση έχει όμως ο Μπάτμαν με αυτή την ιστορική εξέλιξη; Αυτό το ερώτημα κανείς δεν μπορεί να το απαντήσει. Ούτε καν ο ίδιος ο Σκοτεινός Ιππότης που το τελευταίο πράγμα που θυμάται είναι να πέφτει από μια γέφυρα και να χάνει τις αισθήσεις του. Από την ίδια γέφυρα κάτω από την οποία βρέθηκε νεκρός ο μεγάλος του αντίπαλος. Άραγε το αναπόφευκτο υλοποιήθηκε; Σκότωσε επιτέλους ο Μπάτμαν τον Τζόκερ; Ή μήπως κάτι άλλο συμβαίνει; Και τέλος πάντων, γιατί η απώλεια του πιο χαρακτηριστικού εκπροσώπου του εγκλήματος όχι απλά δεν έχει κάνει λίγο πιο φωτεινή την πόλη αλλά την έχει σκοτεινιάσει κι άλλο;

Ο Μπάτμαν, ο καλύτερος ντετέκτιβ του κόσμου πρέπει να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Πρέπει να βρει τον δολοφόνο του Τζόκερ. Ακόμα και αν η λύση του μυστηρίου θα σημάνει την απόδειξη πως ο ίδιος έσπασε τον μεγάλο όρκο του και έγινε δολοφόνος. Για την ακρίβεια, ειδικά αν ισχύει κάτι τέτοιο, είναι που πρέπει να μάθει την αλήθεια. Στο πλάι του βρίσκεται ένας άλλος ντετέκτιβ, ο Τζον Κόνσταντιν, ο κυνηγός δαιμόνων και ειδικός σε μεταφυσικά ζητήματα. Πως όμως βρέθηκε ο Κόνσταντιν στην πόλη; Τι τον ωθεί στο να βοηθήσει τον Μπάτμαν στην έρευνά του; Πολλά ερωτήματα μαζεύονται…

Το «Batman: Damned», η ιστορία που μόλις ολοκληρώθηκε έπειτα από τρία τεύχη υπό την αιγίδα της σειράς «DC Black Label», είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας του Μπράιαν Ατζαρέλο (στο σενάριο) και του Λι Μπερμέχο (στο σχέδιο), ενός ντουέτου που στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας μας χάρισε δυο αριστουργήματα από το ίδιο σύμπαν. Πρώτα ήρθε το «Luthor» του 2005, το ψυχογράφημα του μεγάλου αντιπάλου του Superman, μια καταπληκτική ιστορία με νουάρ αισθητική και Sci Fi στοιχεία. Στη συνέχεια, ήρθε το εξίσου αριστουργηματικό «Joker» του 2008, μια crime ιστορία με πρωταγωνιστή τον αιώνιο εχθρό του Μπάτμαν, ένα graphic novel που έμοιαζε να έχει βγει από τις μεγαλύτερες μαφιόζικες φαντασιώσεις του Σκορτσέζε. Και 11 χρόνια αργότερα, ήρθε και το «Batman: Damned» για να προστεθεί στα δυο προαναφερθέντα έργα και να δομηθεί μια τριλογία.

Οι δυο δημιουργοί, παρά το γεγονός ότι και στις τρεις αυτές ιστορίες κρατάνε μια ενιαία αισθητική (λογικό: το σχέδιο του Μπερμέχο και ο τρόπος που απεικονίζει το περιβάλλον των ιστοριών είναι σήμα κατατεθέν του σύμπαντός τους), ακροβατούν ανάμεσα σε διαφορετικά είδη: από το Sci Fi «Luthor» και το μαφιόζικο «Joker», τώρα περνάμε σε μια ιστορία που ξεκάθαρα εντάσσεται στο supernatural horror. Διότι μπορεί το «Batman: Damned» να έχει ως αφετηρία του ένα τυπικό whodunit στόρι, ωστόσο πολύ σύντομα οδηγούμαστε σε μεταφυσικά μονοπάτια με δαίμονες, χαμένες ψυχές και μετά θάνατον ενσαρκώσεις να πλημμυρίζουν την χαοτική και πέρα για πέρα μπερδεμένη έρευνα που διεξάγει ο Σκοτεινός Ιππότης μαζί με τον Τζον Κόνσταντιν.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης, η οποία εμπεριέχει πάρα πολλά flashbacks στο καταραμένο παρελθόν του Μπάτμαν/Μπρους Γουέιν, υπάρχει διάχυτη η αίσθηση πως ο Κόνσταντιν γνωρίζει εξαρχής την λύση του μυστηρίου και απλά διασκεδάζει καθοδηγώντας τον Σκοτεινό Ιππότη, για τον οποίο μοιάζει να είναι προϋπόθεση να ξεδιαλύνει το ποιος είναι ο ίδιος βαθιά μέσα του προκειμένου στη συνέχεια, να ξεδιαλύνει αποτελεσματικά και το μυστήριο αναφορικά με τον νεκρό Τζόκερ.

Ο Κόνσταντιν μοιάζει να αποτελεί έναν σκοτεινό σαδιστή. Βοηθάει μεν τον Μπάτμαν αλλά ταυτόχρονα, απολαμβάνει να παρατηρεί το χάος μέσα στο κεφάλι του τελευταίου. Η προσωπική πορεία του Μπάτμαν είναι διττή: πρόκειται για μια τυπική έρευνά του αλλά ταυτόχρονα και για μια σκοτεινή ψυχοθεραπεία του. Ο Σκοτεινός Ιππότης εδώ δεν έχει τον έλεγχο των πραγμάτων όσο και αν προσπαθεί, η συνείδησή του και οι αναμνήσεις του αποτελούν έναν δαιδαλώδη λαβύρινθο και ο συνοδοιπόρος του, Κόνσταντιν είναι υπεραπαραίτητος για να βρεθεί η έξοδος.

Το horror στοιχείο προσομοιάζει εντυπωσιακά στους σκοτεινά σουρεαλιστικούς εφιάλτες που στήνει στις ταινίες του ο Ντέιβιντ Λιντς. Πολλοί θα βρουν χαρακτηριστικές εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στο «Batman: Damned» και το καταπληκτικό «Arkham Asylum» και θα έχουν δίκιο: ο Ατζαρέλο ξεκάθαρα αντλεί ένα μεγάλο κομμάτι της έμπνευσής του από το (εξίσου λιντσ-ικό) graphic novel του Γκραντ Μόρισον.

Η ιστορία ενδεχομένως να λειτουργούσε καλύτερα αν ξεδιπλωνόταν σε λιγότερα κεφάλαια. Τα δυο πρώτα τεύχη έχουν μπόλικη περιττή πλοκή: η υπόθεση που έχει στο μυαλό του ο Ατζαρέλο είναι μικρότερη από τον όγκο που της δίνεται με αποτέλεσμα να φλυαρεί και να δίνεται στον αναγνώστη η εντύπωση πως τα δυο πρώτα κεφάλαια θα έπρεπε να έχουν συμπτυχθεί. Στο τρίτο τεύχος όμως, όταν πλέον η φιλοσοφία του κόμικ ξεδιπλώνεται στο έπακρο, το «Batman: Damned» διορθώνει κάθε ένσταση που προκύπτει από τα δυο πρώτα του τεύχη.

Το καταπληκτικό, ανοιχτό σε πολλαπλές ερμηνείες και βαθιά αλληγορικό φινάλε, που έρχεται ως αποτέλεσμα ενός εξαιρετικά συνεκτικού και καλοδομημένου τρίτου τεύχους, είναι μια σπουδή πάνω στην ψυχοσύνθεση του Μπάτμαν, πάνω στα αδιέξοδα της ιδεαλιστικής και πέρα για πέρα αντιφατικής φιλοσοφίας του για το πως πρέπει να δρα ως αυτόκλητος εκδικητής: όταν «δικάζεις» αδιάλλακτα εντός ενός φετιχιστικά αμετακίνητου αξιακού πλαισίου, τότε αυτή ακριβώς η έλλειψη κινητικότητας που καθορίζει την σκέψη του και κατ’ επέκταση την τάξη πραγμάτων που επιβάλεις, πολύ πιθανόν να στραφεί εναντίον σου.

Ο Ατζαρέλο είναι ένας καταπληκτικός σεναριογράφος αλλά στα δύο πρώτα τεύχη του «Batman:Damned» φαινόταν λίγο ντεφορμέ. Βέβαια, οι κατηγορίες πως αυτή η ιστορία έβαλε το στιλ πάνω από το περιεχόμενο ήταν υπερβολικές: η ιστορία υπήρχε, το «λάθος» ήταν πως η αφήγησή της δεν έγινε πιο σύντομα και πιο ευέλικτα. Στο τρίτο τεύχος, ο Ατζαρέλο που ξέραμε επιστρέφει. Και μας αναγκάζει μέσω της ιστορίας του και της τροπής που της δίνει να νιώθουμε την ανάγκη να την ξαναδιαβάσουμε από την αρχή, συγχωρώντας τα ατοπήματά της. Διότι εν τέλει, η ανάγκη να ερμηνεύσουμε το -ανοιχτό σε πολλές ερμηνείες- τέλος αποδεικνύεται ισχυρότερη. Και μεγαλύτερο προσόν για ένα graphic novel από το να θες να το ξαναδιαβάσεις με το που το τελειώνεις, μάλλον δεν υπάρχει.