Το «Delhi Crime» δεν είναι άλλη μια αστυνομική σειρά

Τι σκέφτεσαι όταν ακούς τις λέξεις «ινδική παραγωγή»; Παλάτια; Χορό; Θεϊκά κοστούμια; Μήπως το «Slumdog Millionaire»; Ακόμη κι αν έχεις δει παραπάνω ινδικές παραγωγές από το μέσο θεατή, μια αυστηρά αστυνομική σειρά τοποθετημένη στο Δελχί δεν πρέπει σου φαίνεται και πολύ οικείο concept. Αν όμως βαστάει το στομάχι σου, το «Delhi Crime» είναι μια εξαιρετική ευκαιρία να δεις κάτι καινούριο.

Πρώτα από όλα η υπόθεση του ομαδικού βιασμού με την οποία καταπιάνονται στη σεζόν είναι αληθινή. Δυστυχώς. Το 2012 ένα νεαρό ζευγάρι βρέθηκε κακοποιημένο και γυμνό στην άκρη του δρόμου, κι έτσι ξεκίνησε μια αστυνομική έρευνα που προκάλεσε πορείες διαμαρτυρίας και παγκόσμια προσοχή. Ο δημιουργός της σειράς, Richie Mehta χρησιμοποίησε τα αρχεία της αστυνομίας, μίλησε με όσους δούλεψαν στην υπόθεση καθώς και με τις οικογένειες των θυμάτων. Η πρωταγωνίστρια Shefali Shah δούλεψε το ρόλο της μέσα από συζητήσεις με την πραγματική βοηθό επιθεωρητή της αστυνομίας. Η κάλυψη της υπόθεσης στα μέσα ενημέρωσης είναι επίσης ακριβής. Σιγά τα αυγά θα μου πείτε, το true crime είναι το ψωμοτύρι του Netflix τελευταία.

Όμως ο σκοπός του «Delhi Crime» δεν είναι να κάνει μια πιστή καταγραφή των γεγονότων, αλλά να τα εξιστορήσει στο κοινωνικό τους συγκείμενο. Χωρίς να δείξει τη βία στα θύματα, καταφέρνει μέσα από τον πόνο τους να μιλήσει για περίπλοκα κοινωνικά ζητήματα. Ας δούμε κάποια βασικές θεματικές, spoiler-free.

1) Οι πρακτικές συνθήκες στην Αστυνομία: Σε σειρές τύπου NCIS η αστυνομία κάνει τη δουλειά που της επιτρέπουν τα εργαλεία της. Κάμερες κυκλοφορίας που ζουμάρουν στο χιλιοστό, εύκολη επικοινωνία μεταξύ τμημάτων, ένα budget που καλύπτει οχήματα κι εξοπλισμός τελευταίας τεχνολογίας. Λίγο να του κόβει του αστυνομικού, θα πιάσει τον κακό μέχρι τις δεύτερες διαφημίσεις. Και μετά βλέπεις το Delhi Crime… Το αστυνομικό τμήμα δεν μπορεί ούτε τα φώτα του να κρατήσει αναμμένα. Το τμήμα έχει τρομερές ελλείψεις σε προσωπικό, δεν πληρώνει υπερωρίες ή βενζίνη για τα υπηρεσιακά οχήματα και δεν υπάρχουν καν χειροπέδες: απλά κρατάνε τους υπόπτους από το χεράκι. Η βοηθός επιθεωρητή λέει χαρακτηριστικά «πάλι καλά που έχουμε κελιά ακόμη». Κι όντως έτσι είναι.

2) Το ανθρώπινο δυναμικό: Όσοι από εσάς έχει τύχει να δουλέψετε οπουδήποτε το προσωπικό δε φτάνει, σε σχολείο, εστιατόριο, νοσοκομείο, θα αναγνωρίσετε τα σημάδια των ψόφιων υπαλλήλων. Ένας χαρακτήρας έχει πρόβλημα στη μέση του αλλά δε τολμάει να βγάλει κιχ, άλλος δεν έχει ιδέα πώς τα πήγε ο γιος του στις εξετάσεις γιατί έχει να πάει σπίτι του από προχθές, ένας τρίτος κοιμάται όπου βρει, το χειρότερο κλίμα γενικά για να κάνεις τη δουλειά σου. Επίσης, σε σειρές τύπου CSI ή ακόμη και στο αγαπημένο «Brooklyn 99», οι πανέμορφοι αστυνομικοί μοιράζονται το ίδιο ακλόνητο work ethic. Θυσιάζονται για τη στολή, ανεξάρτητα από τα προσωπικά προβλήματα που τους προκαλεί αυτή η αφοσίωση. Βράχοι επαγγελματισμού. Στο «Delhi Crime» οι αστυνομικοί είναι άνθρωποι, κάποιοι καλοί, κάποιοι κακοί, κάποιοι μαλάκες. Έχεις αυτούς που λατρεύουν τη δουλειά, αυτούς που φοβούνται να παραδεχτούν ότι είναι μπάτσοι, αυτούς που κοιτάνε να λουφάρουν, αυτούς που ξεχνάνε το πρωτόκολλο γιατί σπάνε με όσα αντιμετωπίζουν, υπάρχει ποικιλία. Κι όλοι αυτοί οι χαρακτήρες πρέπει να συνεργαστούν για να φτάσουν σε κάποια σύλληψη.

3) Η ευθύνη της δημοσιογραφίας: Η δημοσιογραφία στο ίδιο το Δελχί σχεδόν κάνει το ΣΚΑΪ να φαντάζει αξιόπιστο (σχεδόν είπαμε). Υπονομεύει το έργο της αστυνομίας με κάθε τρόπο και δεκάρα δε δίνει αν στερήσει τα θύματα από την ευκαιρία τους για δικαιοσύνη. Στα πλαίσια του σεναρίου εξηγούνται και προσωπικοί λόγοι γιατί ο τάδε διευθυντής καναλιού την έχει δει έτσι με την αστυνομία. Επίσης όμως αποτυπώνεται η πίεση των δημοσιογράφων να παράγουν συνεχώς νέο υλικό, προκειμένου να ικανοποιήσουν την περιέργεια του κοινού. Έτσι όμως δεν υπάρχει χρόνος για επιβεβαίωση πληροφοριών ή έγκυρη ενημέρωση. Γίνονται λάθη και τα λάθη κοστίζουν.

4) Το λιντσάρισμα: Η σειρά μιλάει πολύ για την ανάγκη του κόσμου να βρεθεί ο ένοχος άμεσα και μόλις βρεθεί να υποφέρει. Ειδικά σε τέτοια απεχθή εγκλήματα η δίψα για αίμα είναι κάτι αντανακλαστικό, προκαλεί όμως πρόβλημα στην ταυτοποίηση των υπόπτων, τη μεταφορά τους και την ομαλή διεξαγωγή της υπόθεσης. Το λιντσάρισμα αποτυπώνεται σαν μια σκοτεινή επιθυμία αλλά και μια εύκολη λύση σε ένα περίπλοκο πρόβλημα. Τα εγκλήματα αυτά δεν θα πάψουν μόλις σκοτώσουμε δημόσια κάποιους ενόχους. Τα εγκλήματα αυτά διαπράττονται λόγω μιας βαθύτερης ιδέας σε σχέση με τις γυναίκες και το πώς πρέπει να μπουν στη θέση τους.

5) Η αιτία του εγκλήματος: Σε όλη τη σειρά υπάρχουν παραδείγματα σεξισμού. Κάποιες συμπεριφορές χαρακτηρίζονται ως προκλητικές, η σεξουαλική παρενόχληση στο λεωφορείο είναι μια ρουτίνα, οι γαμπροί απαιτούν προίκα. Και ξαφνικά γίνεται το έγκλημα και πολλοί πέφτουν από τα σύννεφα και λένε «μα πώς συμβαίνουν αυτά τα πράγματα», χωρίς να κάνουν τη σύνδεση ανάμεσα στον καθημερινό απλό σεξισμούλη και μια βίαια επίθεση. Ένας αστυνομικός εξηγεί την υπόθεση ως εξής «Οι νέοι άντρες που τα κάνουν αυτά τα εγκλήματα δεν έχουν εκπαιδευτεί σε σχέση με το σεξ. Έχουν όμως πρόσβαση σε πορνογραφία μέσω του ίντερνετ. Αντικειμενοποιούν τις γυναίκες και θέλουν να τις κατακτήσουν, να ζήσουν αυτά που βλέπουν. Και βρίσκουν τρόπο να το κάνουν, είτε το θέλουν αυτές, είτε όχι».

6) Η γυναίκα θεατής: Δε μπορούμε να μιλάμε για γυναικοκτονίες και βία κατά των γυναικών ουδέτερα. Τουλάχιστον όχι όσες είμαστε γυναίκες. Αυτή την πλευρά οι αστυνομικές σειρές την αγγίζουν συνήθως πάνω-πάνω δείχνοντας πχ μια αστυνομικό να κάνει εμετό μόλις αντικρίζει τον τόπο του εγκλήματος ή μια μητέρα να παίρνει τηλέφωνο την κόρη της παρακαλώντας την να μην αργήσει το βράδυ. Στο Delhi Crime η κόρη της DCP είναι μια κοπέλα σαν εμένα και τις περισσότερες γυναίκες που θα διαβάσουν αυτό το κείμενο: την παρενοχλούν στο δρόμο, αναρωτιέται αν σε άλλα μέρη του κόσμου οι συνθήκες είναι πιο ασφαλείς για τις γυναίκες, ακούει για το έγκλημα και αρρωσταίνει. Αναπόφευκτα μπαίνει στη θέση του θύματος, προσπαθεί να μάθει όσες παραπάνω πληροφορίες μπορεί, είναι ανυπόμονη για συλλήψεις, φοβάται, πηγαίνει σε πορείες. Αυτή την απελπισία της κοπέλας που ψάχνει με μανία το κινητό της (και πιθανότατα βρίσκει σχόλια του τύπου «της άξιζε» και «τι φορούσε το θύμα θα μας πείτε;») πρώτη φορά τη βλέπω τόσο αυθεντικά αποτυπωμένη.

Θα μπορούσα να πω για την τρομερή υποκριτική ικανότητα της Shah ή τα πλάνα τύπου Blade Runner του Mehta, αλλά είμαστε λίγο καλομαθημένοι από την καλή τηλεόραση. Κανείς δε τρελαίνεται πλέον που οι ηθοποιοί και οι σκηνοθέτες κάνουν καλή δουλειά, το Netflix μοιάζει με ένα τεράστιο εργοστάσιο τηλεοπτικής επιτυχίας.

Το κοινό ψάχνει πάντα το καινούριο και η κοινωνική ραχοκοκαλιά του «Delhi Crime» του το προσφέρει.