«Ο Αναρχικός των Δύο Κόσμων» – Δεν υπάρχουν ουτοπίες για τους ανθρώπους…

«Αν θέλεις εγκληματίες, φτιάξε νόμους. Αν θέλεις κλέφτες, φτιάξε ιδιοκτήτες».

«Ο Αναρχικός των Δύο Κόσμων», 1974, Ούρσουλα Λε Γκεν.

Σε έναν πολύ μακρινό γαλαξία, πολλά έτη φωτός απόστασης από τη Γη, και σε ένα εξαιρετικά μακρινό μέλλον, δυο πλανήτες που βρίσκονται αντικριστά ο ένας από τον άλλον, έχουν τη δική τους ιστορία. Από την μια είναι ο πλανήτης Γιούρας. Είναι ένας πλανήτης, η ιστορία του οποίου θυμίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό την ιστορία της Γης αν και ο Γιούρας, αποτελείται μόλις από δυο χώρες: η μεγαλύτερη είναι τυπικό δείγμα ενός καπιταλιστικού κράτους, με άπειρες και χαωτικές ανισότητες οικονομικής και κοινωνικής φύσης, γεμάτη προνόμια και ανέσεις για τους πλούσιους και φτώχεια και ανασφάλεια για τους φτωχούς. Η δεύτερη χώρα θυμίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τη Σοβιετική Ένωση: φιλολαϊκό προφίλ, κρατική κυριαρχία, έντονη γραφειοκρατία, αυταρχισμός και άλλου τύπου ανισότητες σε σχέση με την έτερη, καπιταλιστική χώρα του Γιούρας και φυσικά, έντονη αντιπαλότητα μαζί της.

Απέναντι από τον Γιούρας βρίσκεται ο Ανάρες. Στον Ανάρες δεν υπάρχουν κράτη και σύνορα, δεν υπάρχει καμία θεσμική ιεραρχία. Όλος ο πλανήτης είναι μια μεγάλη αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία, συναποτελούμενη από τοπικά ομοιοεπαγγελματικά συνδικάτα που έχουν αναλάβει την οργάνωση και την εύρυθμη λειτουργία της κάθε κοινότητας και λειτουργούν σε καθεστώς απόλυτης και αυτονόητης αλληλεγγύης ανταλλάζοντας υπηρεσίες και αγαθά. Δεν υπάρχουν οικονομικές ανισότητες, δεν υπάρχει καταναγκαστική αλλά μόνο εθελοντική εργασία και το αίσθημα του εθελοντισμού -ακριβώς εξαιτίας της έλλειψης ανισοτήτων και της συνείδησης πως ο καθένας προσφέρει στο κοινό καλό- είναι εξαιρετικά ανεπτυγμένο. Οι άνθρωποι δημιουργούν κοινότητες με γνώμονα τα ενδιαφέροντά τους, η δημιουργικότητα είναι πλήρως απελευθερωμένη, οι οικογένειες αποτελούν χαλαρούς δεσμούς συνύπαρξης και η έννοια της ιδιοκτησίας έχει εξαλειφθεί. Με άλλα λόγια, στον Ανάρες εφαρμόζεται ο κομμουνισμός στην ανώτερη μορφή του: πρόκειται για μια αναρχική κοινωνία.

Ο Γιούρας και ο Ανάρες δεν επικοινωνούν μεταξύ τους εδώ και αιώνες. Παρά το γεγονός, ότι η κοινωνία του Ανάρες προήλθε από εκείνη του Γιούρας, εκατοντάδες χρόνια πριν. Ήταν τότε που μια μεγάλη ταξική επανάσταση έλαβε χώρα στον Γιούρας. Εμπνευσμένοι από τις πολιτικές θεωρίες της Όντο, της επαναστάτριας που ανέπτυξε τη θεωρία της απόλυτης ισότητας και ελευθερίας, οι φτωχοί επαναστάτες του Γιούρας συγκρούστηκαν με τους δυνάστες τους και αυτή η σύγκρουση είχε σαν αποτέλεσμα εν τέλει, τη μαζική τους οικειοθελή μεταφορά τους στον σχεδόν ακατοίκητο τότε Ανάρες και τη σταδιακή δημιουργία της αναρχικής κοινωνίας που έχει εδραιωθεί σήμερα.

Αυτό είναι το κοινωνικό περιβάλλον πάνω στο οποίο η Ούρσουλα Λε Γκεν «έστησε» τη βασική πλοκή του διασημότερου και πιο σημαντικού μυθιστορήματος που έγραψε ποτέ, μιας από τις πιο σημαντικές δημιουργίες όλων των εποχών για τον χώρο της λογοτεχνίας Επιστημονικής Φαντασίας. «The Dispossessed», λεγόταν το βιβλίο της Λε Γκεν που εκδόθηκε τον Μάιο του 1974. Στα ελληνικά το βιβλίο μεταφράστηκε με τον τίτλο «Ο Αναρχικός των Δύο Κόσμων» και παρά την τεράστια απόσταση από το νόημα του αγγλόφωνου τίτλου, η αλήθεια είναι πως ο ελληνόφωνος τίτλος πιάνει στο έπακρο τη φιλοσοφία της Λε Γκεν και τις αντιλήψεις που εκθέτει μέσα από την ιστορία της.

Αναρχική, φεμινίστρια, βαθιά πολιτικοποιημένη συγγραφέας, η Ούρσουλα Λε Γκεν υπήρξε ένα ασύλληπτα ευρηματικό μυαλό ως προς τη δημιουργία φανταστικών κοινωνιών, που υποτίθεται πως βρίσκονται κάπου στο αχανές σύμπαν. Χαρακτηριστικό μέλος του λεγόμενου «Νέου Κύματος» συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας, που αναπτύχθηκε στα 50s και στα 60s στις ΗΠΑ (ίσως το χαρακτηριστικότερο μέλος του μαζί με τον Άρθουρ Κλαρκ και τον Φίλιπ Κ. Ντικ), μιας γενιάς δηλαδή που απεγκλώβισε το είδος της Επιστημονικής Φαντασίας από τη λογική των στείρων φανταστικών ιστοριών και χρησιμοποίησε την φαντασία ως αφηγηματικό όχημα για ευρύτερους κοινωνικούς σχολιασμούς μετουσιώνοντάς το σε ένα βαθιά πολιτικό και τρομακτικά διαχρονικό είδος. Για το αν η Λε Γκεν υπήρξε η πιο ταλαντούχα αυτής της γενιάς, οι κρίσεις είναι υποκειμενικές. Υπήρξε σίγουρα ωστόσο η πιο κατασταλαγμένη πολιτικά και γι’ αυτό το λόγο, ο ελευθεριακός προσανατολισμός των διηγήσεών της είναι έκδηλος και αδιαπραγμάτευτος σε κάθε ιστορία της.

Τμήμα του μεγάλου έργου της Λε Γκεν, μάλλον το πιο χαρακτηριστικό, είναι η λεγόμενη «Χαϊνιανή Σειρά», που αποτελείται από εφτά βιβλία επιστημονικής φαντασίας, ένα εκ των οποίων (το τελευταίο χρονικά) είναι ο «Αναρχικός των Δύο Κόσμων». Οι ιστορίες των βιβλίων της εν λόγω σειράς, αν και δεν συνδέονται αφηγηματικά εξελίσσονται στο ίδιο σύμπαν. Αυτή τη σειρά βιβλίων η Λε Γκεν τη βασίζει στον μύθο του πλανήτη Χάιν, οι κάτοικοι του οποίου υποτίθεται πως έσπειραν με νοήμονα κύτταρα μερικούς χιλιάδες πλανήτες σε όλο το σύμπαν, στους οποίους υπήρχε η δυνατότητα ανάπτυξης ζωής – σύμφωνα με τον μύθο της Λε Γκεν, ένας από αυτούς τους πλανήτες ήταν και η Γη. Σε αυτούς τους πλανήτες, με τα χρόνια αναπτύχθηκαν κοινωνίες που αποτελούνταν από όντα με ανθρωπόμορφη όψη, αλλά με διαφορετικές ικανότητες και διαφορετικά επιμέρους εξωτερικά χαρακτηριστικά από πλανήτη σε πλανήτη.

Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα, πως στα μέσα της δεκαετίας του ’70, περίπου μια δεκαετία μετά το πρώτο μυθιστόρημα της «Χαϊνιανής Σειράς», ο βιολόγος Φράνσις Κιρκ, ο άνθρωπος που το 1953 ανακάλυψε μαζί με τον Τζέιμς Γουάτσον τη δομή του DNA, ανέπτυξε μια επιστημονική θεωρία βασισμένη πάνω στον μύθο του πλανήτη Χάιν της Λε Γκεν. Ονομάστηκε «Θεωρία της Έξωθεν Κατευθυνόμενης Πανσπερμίας» και κάνει λόγο για δημιουργία ζωής στον πλανήτη μας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η Λε Γκεν περιγράφει το origin του σύμπαντός της.

Με αφετηρία της αυτή την ιδέα, η Λε Γκεν αναπτύσσει μέσα από τα βιβλία της ένα σύμπαν που αποτελείται από άπειρες φυλές υπάρξεων, από ανδρόγυνα όντα μέχρι ολόκληρες κοινωνίες που έχουν αναπτύξει την ικανότητα της τηλεπάθειας και κοινωνίες που αναπαράγονται μέσα από την κλωνοποίηση, και ταυτόχρονα, από κοινωνικά συστήματα με ηθικές αξίες εκ διαμέτρου αντίθετες από τις γήινες – είτε με προοδευτικό, είτε με οπισθοδρομικό τρόπο. Έτσι, η «Χαϊνιανή Σειρά» αποτελεί το μέσο της Λε Γκεν για να σχολιάσει την πραγματικότητα, τον αληθινό κόσμο: από το ζήτημα της κοινωνικής ιεραρχίας και των έμφυλων διακρίσεων μέχρι την διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό συμφέρον, η «Χαϊνιανή Σειρά» είναι επί της ουσίας μια κριτική στον καπιταλισμό, ένα μεγάλο ψηφιδωτό αντιλήψεων αναφορικά με αυτό που ευρύτερα μπορεί να οριστεί ως ελευθεριακή σκέψη.

Πριν τον «Αναρχικό των Δυο Κόσμων» του 1974, είχαν προηγηθεί ως κομμάτια της «Χαϊνιανής Σειράς» ο «Κόσμος του Ρόκανον» του 1966, ο «Πλανήτης της Εξορίας» την ίδια χρονιά, η «Πόλη των Ψευδαισθήσεων» του 1967, το «Αριστερό Χέρι του Σκότους» το 1969, το «Πιο Πλατιά από Αυτοκρατορίες και πιο Αργά» του 1971 και το «Η Λέξη για τον Κόσμο είναι Δάσος» του 1972. Το έβδομο και τελευταίο βιβλίο της σειράς ωστόσο είναι με διαφορά το πιο πολυδιάστατα πολιτικό και ταυτόχρονα, το λιγότερο «φανταστικό» σε επίπεδο ιδεών – όλα είναι λιγότερο «εξωγήινα» και ουσιωδώς «ανθρώπινα».

Στον «Αναρχικό των Δυο Κόσμων» η Λε Γκεν έχει ένα διπλό ενδιαφέρον: πέρα από το να αναδείξει (για άλλη μια φορά) την απανθρωπιά του καπιταλισμού, επιδιώκει ταυτόχρονα -και αυτό είναι το μεγάλο κερδισμένο στοίχημα του βιβλίου- να κάνει κατανοητό πως καμία κοινωνία δεν είναι τέλεια, κάθε μια που αποτελείται από ανθρώπους -ακόμα και η «ουτοπική»- είναι καταδικασμένη να «γεννάει» νέα εμπόδια προς υπέρβαση. Προβαίνει, με άλλα λόγια, στη διόρθωση μιας ελευθεριακής/κομμουνιστικής παρεξήγησης που πολλές φορές τείνει να αναποδογυρίζει το φιλελεύθερο ιδεολόγημα του «τέλους της ιστορίας» βάζοντας το σε επαναστατικά καλούπια: δεν υπάρχει κάποιος κομμουνιστικός «παράδεισος» που περιμένει την ανθρωπότητα για να τον κατοικήσει, διότι η ανθρωπότητα δεν θα πάψει ποτέ να κινείται, δεν θα πάψει ποτέ να βρίσκεται στην ανάγκη να υπερβαίνει τις εσωτερικές της αδικίες, κανένας προορισμός δεν θα είναι ο τελικός της. Αυτή η συνειδητοποίηση είναι που ορίζει το ταξίδι του Σεβέκ, του κεντρικού χαρακτήρα του «Ο Αναρχικός των Δύο Κόσμων».

Ο Σεβέκ -ο αναρχικός του τίτλου δηλαδή- είναι ένας κάτοικος του Ανάρες, του αναρχικού πλανήτη της ιστορίας. Οι αναρχικές του αντιλήψεις δεν προέκυψαν σε αντιδιαστολή με κάποιο εξουσιαστικό ιδεολόγημα αλλά ως αυτονόητες κοινωνικές αξίες, που επικρατούν σε αυτόν τον πλανήτη της απόλυτης συνεργασίας και της αρμονικής συνύπαρξης – πρόκειται άλλωστε για έναν άνθρωπο γεννημένο σε μια αναρχική κοινωνία, όπως και αμέτρητες γενιές πριν από αυτόν. Ο Σεβέκ είναι μια πραγματική ιδιοφυία όσον αφορά την επιστήμη της φυσικής, οι ιδέες του είναι ικανές να προχωρήσουν ολόκληρη την εν λόγω επιστήμη, είναι ένας αληθινός καινοτόμος. Θέλει όσο τίποτα άλλο να ταξιδεύσει στον Γιούρας, να ανταλλάξει ιδέες με τους φυσικούς του καπιταλιστικού κόσμου. Στον δικό του κόσμο, αυτόν που διαφυλάσσει την ισότητα ως κόρη οφθαλμού, νιώθει να καταπιέζεται το πνεύμα του, δεν βρίσκει κάποιον ισότιμο συνομιλητή. Να λοιπόν που έγινε και αυτό: ένας αναρχικός καταπιεσμένος σε μια αναρχική κοινωνία.

Πράγματι, ο Σεβέκ θα γίνει ο πρώτος άνθρωπος εδώ και αιώνες που θα βρεθεί στον απέναντι, εχθρικό πλανήτη. Ο εκστασιασμός του ωστόσο για τη συνάντησή του με τους αστούς φυσικούς του Γιούρας θα δώσει τη θέση του σε μια νέα δυστυχία: αυτός ο πλανήτης είναι αληθινά απάνθρωπος, οι αξίες του μετατρέπουν τον άνθρωπο σε ένα ανταγωνιστικό και θλιμμένο ον, μα πως ζουν σε αυτό το σύστημα οι άνθρωποι; Ο Σεβέκ νιώθει να μην ανήκει πουθενά: είναι κουρασμένος από την κοινωνική στασιμότητα που έχει εδραιωθεί στον αναρχικό πλανήτη του και αηδιασμένος από τις αξίες που διέπουν την καπιταλιστική κοινωνία στην οποία έχει μεταναστεύσει.

Το δίπολο που στήνει η Λε Γκεν ανάμεσα στον καπιταλισμό του Γιούρας και τον ελευθεριακό κομμουνισμό του Ανάρες δεν διακατέχεται ούτε από απλούς μανιχαϊσμούς αλλά ούτε και από μια προβοκατόρικη, μηδενιστική διάσταση ισοπέδωσης των συλλογικών αξιών: μια τέτοια προσπάθεια θα μπορούσε εύκολα να γείρει είτε προς τη μία είτε προς την άλλη πλευρά. Η Λε Γκεν ωστόσο δεν ενδιαφέρεται να αντιπαραβάλει καταστάσεις και να αναδείξει αλήθειες, για τις οποίες είναι μάλλον πεισμένοι έτσι κι αλλιώς οι αναγνώστες της. Έχει διαλέξει πλευρά και η ίδια άλλωστε: κοιτάει με αγάπη την κοινωνία στην οποία η ίδια θα ήθελε να ζει (χωρίς όμως να την εξιδανικεύει, το αντίθετο) και με έντονο κριτικό βλέμμα το αντίπαλο δέος της.

Η Λε Γκεν νοιάζεται περισσότερο για την ανάδειξη της σημασίας της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης και όλων των περίπλοκων δεδομένων που προκύπτουν από αυτή, στοιχείο που είναι οικουμενικό, μεταλλάσσεται ως προς τη μορφή του από το ένα κοινωνικό σύστημα στο άλλο αλλά ποτέ δεν χάνεται η δυσκολία της διαχείρισής του. Δηλώνει κατηγορηματικά, μέσα από την αφήγησή της και τον τρόπο γραφής της, πως η γέννηση διακυβευμάτων είναι μια ατέρμονη διαδικασία όσο ο άνθρωπος παραμένει ένα κοινωνικό ζώο, όσο αλληλεπιδρά με τους γύρω του και αυτό είναι ανεξάρτητο από τη μορφή της κοινωνικής του οργάνωσης. Καμία επανάσταση δεν παραμένει επανάσταση αν ξεχάσει αυτή την αλήθεια και η επιτυχία της επανάστασης δεν εξασφαλίζει την αποφυγή αυτού του κινδύνου: αν ξεχαστεί αυτή η αλήθεια, να ένας ακόμα λόγος επανάστασης.

Ο εγκλωβισμός του Σεβέκ μοιάζει δυσβάσταχτος. Οι επαναστατικές αξίες που χαρακτήριζαν στα γεννοφάσκια της την κοινωνία στην οποία γεννήθηκε, έχουν μετατραπεί πλέον σε απαράβατα, αμετακίνητα θέσφατα: δεν είναι πια αξίες αλλά νόμοι, άγραφοι μεν αλλά νόμοι. Στον Γιούρας από την άλλη, η δίψα του για επικοινωνία με λαμπρούς επιστήμονες καταστέλλεται από τον τρόπο που ζει ως επίτιμος φιλοξενούμενος του κράτους μέσα στην πολυτέλεια, σε μια κοινωνία που ωστόσο διακατέχεται από μια βαθιά ταξική ανισότητα. Ακόμα και η αυθόρμητη εγγύτητα που θα νιώσει με τον προσωπικό υπηρέτη που του έχουν παραχωρήσει οι αστοί οικοδεσπότες του, δεν βρίσκει καμία ανταπόκριση: για τον υπηρέτη αυτόν, η αλληλεγγύη του αναρχικού επισκέπτη που ζει μέσα στην πολυτέλεια είναι μια αλληλεγγύη πολιτική, μια αλληλεγγύη ιδεολογική και εκ του ασφαλούς, δεν του λέει κάτι. Όσο πιο πολύ ξανοίγεται από τον πλανήτη του ο Σεβέκ, αντί να αναπνεύσει όπως πίστευε, πνίγεται ακόμα παραπάνω.

Είναι χαρακτηριστικό πως ένα από τα ελάχιστα σημεία του βιβλίου που νιώθει πραγματικά χαρούμενος είναι η συμμετοχή του σε μια μεγάλη απεργιακή διαδήλωση που γίνεται στην πόλη που φιλοξενείται. Η αφήγηση της Λε Γκεν σε εκείνο το σημείο είναι εντυπωσιακή: περιγράφει με μια μεγαλοπρέπεια και με μια φωτεινότητα το πλήθος που διαδηλώνει, του προσδίδει χαρακτηριστικά περηφάνιας, το απεγκλωβίζει από το σκοτεινό ύφος του υπόλοιπου βιβλίου, ο αναγνώστης νιώθει τον αντίστοιχο απεγκλωβισμό του Σεβέκ, ο οποίος ίσως για πρώτη φορά χαμογελάει. Ακούει τους ανθρώπους να τραγουδάνε το Τραγούδι της Ελευθερίας (οι αναγωγές της Λε Γκεν με την Διεθνή είναι προφανείς…), το τραγούδι που συνδέθηκε με την επανάσταση που έλαβε κάποτε χώρα στον Γιούρας μέσω της οποίας γεννήθηκε η κοινωνία του Ανάρες, ένα τραγούδι που στον πλανήτη του είναι πλέον ένα «θεσμικό» (εντός εισαγωγικών πάντα…) διαβατήριο αλλά σε αυτή την καπιταλιστική κοινωνία που έχει βρεθεί συμβολίζει ακόμα την ελπίδα της ελευθερίας. Και νιώθει αληθινά ελεύθερος.

Αυτό είναι που θέλει να πει η Λε Γκεν μέσα από το ογκοδέστατο βιβλίο της: ελεύθερος νιώθεις μόνο όταν κυνηγάς την ελευθερία και αν σταματήσεις να την κυνηγάς παύεις και να την νιώθεις.  Ο Αναρχικός των Δύο Κόσμων της καταπιέζεται τελικά, από την στασιμότητα: μόνο όταν βρεθεί σε συνθήκες αληθινών διακυβευμάτων δεν είναι πια καταπιεσμένος. Και είναι αυτή η βαθιά αλήθεια του αριστουργηματικού Sci Fi της Ούρσουλα Λε Γκεν, που ακούγεται από τα χείλη ενός δευτερεύοντος χαρακτήρα κάποια στιγμή:

«Δεν μπορείς να αγοράσεις μια επανάσταση. Δεν μπορείς να φτιάξεις μια επανάσταση. Μπορείς μόνο να είσαι μια επανάσταση. Βρίσκεται μέσα σου ή δεν υπάρχει πουθενά».

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here