«Κάποτε στο Χόλιγουντ»: Ο πιο βαρετός Ταραντίνο ever

Η κινηματογραφική καριέρα του Κουέντιν Ταραντίνο χωρίζεται σε τρεις περιόδους. Η πρώτη και αντικειμενικά πιο εμπνευσμένη περίοδός του, εκείνη κατά την οποία ο Ταραντίνο καταπιάστηκε με τον υπόκοσμο παραδίδοντας τρεις θρυλικές ταινίες (το «Reservoir Dogs», το «Pulp Fiction» και το «Jackie Brown»), υπήρξε και εκείνη που τον εδραίωσε ως το «κακό παιδί» του Χόλιγουντ και δόμησε γύρω από αυτόν έναν μύθο που κουβαλάει μέχρι και σήμερα. Η δεύτερη περίοδός του, η πιο καρτουνίστικη, εκείνη που αποτελείται από τα δυο «Kill Bill» και το «Death Proof», ήταν μια μεταβατική περίοδος: ο Ταραντίνο ήταν φανερά μεταλλαγμένος, οι ταινίες του εμπεριείχαν στοιχεία του παρελθόντος του αλλά ταυτόχρονα και στοιχεία από το μέλλον του, έμοιαζε να βρίσκεται σε μια «γέφυρα» όσον αφορά τη φιλμογραφία του. Η τρίτη περίοδός του, εκείνη κατά την οποία ο Ταραντίνο απέκτησε μια εμμονή στο να σχολιάζει την (κατά βάση αμερικάνικη αλλά όχι μόνο) Ιστορία (και ενίοτε να την ανασκευάζει) είναι -κακά τα ψέμματα- και η πιο άνεμπνευστή του.

Όσο και αν οι φανατικοί οπαδοί του αδυνατούν να το παραδεχθούν, οι «Άδωξοι Μπάσταρδοι», ο «Django» και οι «Μισητοί Οκτώ», ταινίες που αντανακλούν την πρόθεση του δημιουργού τους να δομήσει μια δική του κατηγορία στο είδος του σινεμά εποχής (όπως έκανε στα 90s με το crime drama), μετάλλαξαν προς το χειρότερο την κινηματογραφική του υπογραφή. Οι διάλογοι ανθολογίας, που κάποτε όριζαν τις ταινίες του Ταραντίνο, αντικαταστάθηκαν από φλύαρους διαλόγους και ο σπιντάτος ρυθμός αφήγησης έδωσε τη θέση του σε αδικαιολόγητα πλαδαρές ιστορίες. Δεν είναι πως επρόκειτο για κακές ταινίες, άλλωστε και μόνο το γεγονός πως έβγαζε με αυθάδεια τη γλώσσα του στα ρατσιστικά φαινόμενα της Ιστορίας ήταν αρκετό για να τον συμπαθούμε. Όμως, ήταν ξεκάθαρο πως μας είχε τελειώσει ο παλιός, αιχμηρός Ταραντίνο που το μάτι του γυάλιζε.

Η ένατη ταινία του (μιας και ο ίδιος θέλει να πιάνουμε ως ένα φιλμ τα «Kill Bill»), το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» είναι η οριστική επικύρωση του παραπάνω συμπεράσματος. Ναι, ο Ταραντίνο είναι εκτός φόρμας εδώ και καιρό αλλά τουλάχιστον οι ταινίες του δεν σε έκαναν να βαριέσαι. Εδώ όμως, στο «Κάποτε στο Χόλιγουντ» πιάνεις τον εαυτό σου να περιμένει πως και πως το τέλος, μοιάζει σαν μια μικρού μήκους ταινία που με το ζόρι και τραβηγμένη από τα μαλλιά έφτασε τις 2 ώρες και 40 λεπτά.

Πρόκειται πάντως, για την πιο προσωπική ταινία του Ταραντίνο: είναι ξεκάθαρη η πρόθεσή του να γυρίσει μια ταινία-φόρο τιμής στα κινηματογραφικά 60s και ταυτόχρονα να σαρκάσει την ανέμελη πλευρά τους. Πρόκειται φυσικά για μια περίοδο της οποίας το κλίμα άλλαξε άρδην μετά τους βάναυσους φόνους της «Οικογένειας Μάνσον» στη βίλα του Ρόμαν Πολάνσκι, όταν και δολοφονήθηκε βάρβαρα η πανέμορφη γυναίκα του, Σάτον Τέιτ, που εκείνη την περίοδο ήταν έγκυος στο παιδί του Πολωνού σκηνοθέτη. Για να αντιληφθεί κανείς τον σχολιασμό του Ταραντίνο είναι προϋπόθεση να γνωρίζει τόσο την συγκεκριμένη, μακάβρια ιστορία όσο και να έχει μια βασική ιδέα από το χίπικο κίνημα της εποχής, που συνυπήρχε στη μεγαλούπολη του Λος Άντζελες με τη χολιγουντιανή χλιδή. Είναι πολύ πιθανό αν κάποιος δεν έχει δώσει πολύ μεγάλη βάση στη συγκεκριμένη εποχή να χάσει τη μισή πρόθεση του Ταραντίνο ως προς αυτά που θέλει να πει στο «Κάποτε στο Χόλιγουντ». Αυτό φυσικά δεν είναι κακό: καλά κάνει ο Ταραντίνο και γυρίζει μια ταινία που ενδέχεται δομικά να αποβάλλει έναν θεατή από το σύμπαν της. Τα προβλήματα της ταινίας είναι άλλα.

 

Η ταινία ακολουθεί την προσπάθεια ενός ξεπεσμένου ηθοποιού, που κάποτε ήταν μεγάλος σταρ σε ένα σίριαλ γουέστερν της αμερικάνικης τηλεόρασης, να αναστήσει την καριέρα του. Στο πλάι του έχει τον πιστό του φίλο και τον άνθρωπο που τον ντούμπλαρε ως κασκαντέρ στις σκηνές που απαιτούνταν σε εκείνο το γουέστερν. Ο εν λόγω ηθοποιός, που υποδύεται ο Ντι Κάπριο (αντίστοιχα ο κασκαντέρ φίλος του είναι ο Μπραντ Πιτ), είναι γείτονας του ζευγαριού Πολάνσκι-Τέιτ στους χλιδάτους λόφους του Χόλιγουντ. Ο Ταραντίνο επιχειρεί να φέρει εις πέρας μια διπλή αποστολή. Αφενός να δείξει ταυτόχρονα την σκληρή αλλά και την λαμπερή πλευρά του Χόλιγουντ μέσα από την αποτύπωση της καθημερινότητας ενός ξεπεσμένου ηθοποιού από τη μια και μιας πανέμορφης και υπερεπιτυχημένης σταρ (της Σάρον Τέιτ που εδώ την υποδύεται η Μάργκοτ Ρόμπι) από την άλλη. Αφετέρου θέλει να κοιτάξει την ιστορία της εποχής στα μάτια και όχι απλά να την σχολιάσει αλλά και να την ανατρέψει, να την πει ξανά αλλά αλλαγμένη, σαν παραμύθι. Δυστυχώς όμως, παρά τις ενδιαφέρουσες προθέσεις, το αποτέλεσμα είναι αντιστρόφως ανάλογο.

Η κεντρική ιδέα της ταινίας εκθέτεται με τέτοιο τρόπο που δεν έχει την παραμικρή συνοχή. Αν και το στήσιμο είναι ικανοποιητικό, η εκτέλεση πάσχει από όλες τις μεριές. Στην πραγματικότητα, ο θεατής είναι πολύ πιθανό να ξεχάσει ακόμα και πως υπάρχει κεντρική ιδέα στο κακογραμμένο σενάριο του Ταραντίνο. Διότι η αδυναμία του να ενισχύσει με έναν συνεκτικό σεναριακό σκελετό την ιδέα που έχει, τον οδηγεί στο να γεμίζει τον χρόνο με πολλά μικρά περιστατικά, που το καθένα μόνο του θα μπορούσε να είναι και από μια μικρού μήκους ταινία αλλά όλα μαζί καταλήγουν ένα ασύνδετο και βαρετό συνονθύλευμα επιμέρους ιστοριών. Τελικά, η αγάπη του Ταραντίνο για τις 60s επιρροές του καταλήγει να καπελώνει την ίδια του την ταινία, να την μετουσιώνει σε μια ατέρμονη φλυαρία και -το χειρότερο- να την αποδυναμώνει από το όποιο περιεχόμενο θα μπορούσε να έχει. Όταν πια έρχεται το φινάλε, η πρωτοτυπία του μένει έωλη γιατί στο μεταξύ, η πλοκή που θα έπρεπε να του στρώνει το χαλί και να το αναδεικνύει, έχει αγνοηθεί από τον Ταραντίνο.

Είναι δεδομένο βέβαια: οι φανατικοί οπαδοί του Ταραντίνο θα τον αποθεώσουν για αυτή τη βαρεμάρα υπό μορφή ταινίας, θα την «ντύσουν» με το ένα διθυραμβικό σχόλιο μετά το άλλο. Όμως -επιτρέψτε μας- αν γυρνούσε ένα άλλος σκηνοθέτης αυτή την ταινία, οι ίδιοι οπαδοί θα τον χτυπούσαν φιλικά στην πλάτη και θα του έλεγαν ότι καλές οι προθέσεις του αλλά έχει δρόμο ακόμα για να γίνει Ταραντίνο. Όμως αυτή η φράση είναι στην πραγματικότητα και η κριτική που αντιστοιχεί και στον ίδιο τον Ταραντίνο: η απόσταση ανάμεσα στον τωρινό και τον παρελθοντικό του εαυτό έχει μεγαλώσει πολύ, πάρα πολύ.