«Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς»: Μαμόθρεφτοι μαφιόζοι στην ελληνική επαρχία…

Το είχαμε υποψιαστεί από την εποχή που στην «Ψυχή στο Στόμα» ο Ερρίκος Λίτσης (ο «Τάκης» της ταινίας) τραμπουκιζόταν από τους μαφιόζους στους οποίους χρωστούσε λεφτά και κάμποσα χρόνια αργότερα, μας επιβεβαιώθηκε περίτρανα τόσο με το «Μικρό Ψάρι» όσο και με το ανατριχιαστικό θεατρικό με το όνομα «Στέλλα Κοιμήσου»: ο Γιάννης Οικονομίδης είναι ο ιδανικός σκηνοθέτης για να αποτυπώσει τον ελληνικό υπόκοσμο, να πει ελληνικές crime drama ιστορίες.

Ήταν για χρόνια μεγάλο απωθημένο και ταυτόχρονα, φλερτ με τη γραφικότητα η μεταφορά της παράδοσης των gangster και των cop movies στην ελληνική φιλμογραφία. Όχι τόσο γιατί στην ελληνική πραγματικότητα μας είναι ξένη η έννοια του υποκόσμου ή επειδή ο τελευταίος κρύβεται καλά πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας με αποτέλεσμα να μην τον έχουμε δει ποτέ (κάθε άλλο) αλλά διότι πρόκειται για ένα είδος με μηδαμινή παράδοση στην ελληνική μυθοπλασία: οι παραδόσεις του βρίσκονται κατά βάση στο αμερικάνικο σινεμά και η απόδοση μιας «ξενόφερτης» κατάστασης στα εν ελλάδι δεδομένα δεν είναι και πολύ εύκολο. Εκτός και αν είσαι ο Γιάννης Οικονομίδης και το να αφηγείσαι ιστορίες από την λούμπεν πλευρά της πραγματικότητας είναι μια αυτονόητη επιλογή.

Η «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς», η πέμπτη ταινία του Γιάννη Οικονομίδη και η οποία κάνει ντεμπούτο στις ελληνικές αίθουσες αυτές τις μέρες, είναι η συνέχεια της περιπλάνησης του Ελληνοκύπριου σκηνοθέτη τα σκοτεινά σημεία της ελληνικής κοινωνίας, στις γωνίες του οργανωμένου εγκλήματος και της νύχτας. Μόνο που σε αντίθεση τόσο με το «Μικρό Ψάρι» όσο και με το θεατρικό «Στέλλα Κοιμήσου», που αποτέλεσαν την απαρχή αυτής της περιπλάνησης, εδώ ο Οικονομίδης παύει να αντιμετωπίζει με σοβαρότητα και με υποβλητικό ύφος αυτόν τον κόσμο και την καθημερινότητά του. Αντίθετα, στην «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς», ο Οικονομίδης τον τρολάρει μέχρι εκεί που δεν πάει.

Το στόρι πάει κάπως έτσι: Η Όλγα, σύζυγος ενός εργοστασιάρχη στη Λαμία, αποφασίζει να τον εγκαταλείψει για χάρη ενός πρώην λαϊκού τραγουδιστή και νυν ιδιοκτήτη νυχτερινού κέντρου. Ο άντρας της είναι αποφασισμένος για μια αιματοβαμμένη εκδίκηση αλλά και το παράνομο ζευγάρι δεν είναι τίποτα χθεσινοί και μπορούν να ανταποκριθούν στην επερχόμενη απειλή. Η σύγκρουση που φαίνεται να έρχεται ανάμεσα στους δυο ισχυρούς άντρες αναστατώνει όλο τον τοπικό υπόκοσμο που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αρχίζει να εμπλέκεται στη φάση. Και κάπου στη μέση της όλης κατάστασης υπάρχει και ένα εκατομμύριο ευρώ, που άπαντες θέλουν για την πάρτη τους και αναπόφευκτα, τα πράγματα γίνονται πολύ περίπλοκα.

Αυτό το δημιουργικό και δομικά διασκεδαστικό τουρλουμπούκι που στήνει ο Οικονομίδης είναι αποτελούμενο από ανθρώπους αστείους και τρομακτικούς ταυτόχρονα. Από το αρχικό δίπολο ανταγωνιστών που κορδώνονται πως είναι επικίνδυνοι άντρες της νύχτας και της πιάτσας αλλά στην πραγματικότητα, αποτελούν μαμόθρεφτα που στο τέλος της ημέρας, ακούνε τις συμβουλές των ασύλληπτα πιο επικίνδυνων και πολύ πιο εναρμονισμένων με τους κανόνες της νύχτας, μανάδων τους (!) μέχρι ευαίσθητους εκτελεστές που ακούνε σκυλάδικα καψουροτράγουδα και λιώνει η καρδιά τους και geek μπράβους που κάνουν αναφορές στο «Predator», η οθόνη κατακλύζεται από τη μια καρικατούρα μετά την άλλη.

Θα έλεγε κανείς πως η «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» αντλεί ευθέως την έμπνευσή της από το πρώιμο σινεμά του Γκάι Ρίτσι και του σατιρικού ύφους με το οποίο κοιτούσε τον βρετανικό υπόκοσμο ο τελευταίος – το χάωμα της δράσης, οι αδέσποτες, ανεξέλεγκτες σφαίρες και η σάτιρα στο έγκλημα είναι σήματα κατατεθέν του Ρίτσι, άλλωστε. Το βλέμμα του Οικονομίδη ωστόσο είναι βαθιά «ελληνικό», προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες της εν ελλάδι πραγματικότητας: η διακωμώδηση και ταυτόχρονα -ακόμα πιο σημαντικό- η απόδομηση της «αντρίλας», της «τιμής» του κώδικα «των παντελονιών» γίνονται ενίοτε με αγνό και εύστοχο χιούμορ και ενίοτε με βαθιά συγκινητικό τρόπο, πάντα όμως αμείλικτα και χωρίς εκπτώσεις.

Το σημαντικό για τον Οικονομίδη ως δημιουργό ωστόσο, είναι πως η «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» σηματοδοτεί και την εξέλιξη του ίδιου ως κινηματογραφικό αφηγητή σε μια φάση που μπορεί περισσότερο να δείξει και λιγότερο να πει μια ιστορία. Διότι -ας είμαστε ειλικρινείς- στις προηγούμενες ταινίες του, πίσω από τον πληθωρισμό των καταιγιστικών διαλόγων του, βρισκόντουσαν καλά κρυμμένα τμήματα exposition – διάλογοι δηλαδή που δεν εξυπηρετούσαν την προώθηση αλλά την επεξήγηση της πλοκής. Για παράδειγμα, όλη η -κλασική πλέον- σκηνή στο «Μικρό Ψάρι» με τον μαφιόζο Πετρόπουλο να φωνάζει στον Μουρίκη (τον «Στράτο» δηλαδή) «πως τους γάμησες/πως τους πετσόκοψες κτλ» είναι επί της ουσίας ένα μεγάλο exposition αναφορικά με το origin του κεντρικού χαρακτήρα. Ναι, είναι σκηνάρα και το exposition είναι τρομακτικά δουλεμένο και όχι διεκπαιρεωτικό αλλά υπάρχει και αντίστοιχα παραδείγματα θα βρούμε μπόλικα στις ταινίες του Οικονομίδη.

Στην «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» αυτό δεν ισχύει. Οι λούμπεν διάλογοι και οι χαρακτηριστικές ατάκες δεν λείπουν (το «οικονομιδικό» σύμπαν δεν χάνει τα χαρακτηριστικά του…) αλλά σε κανένα σημείο δεν μοιάζουν κάτι παράταιρο. Αντίθετα, η πλοκή κυλάει και εξελίσσεται χωρίς να τους έχει ανάγκη – μεγάλη αναβάθμιση για τον Οικονομίδη αυτό το στοιχείο. Για την ακρίβεια, πρόκειται για την ταινία του με τους λιγότερους διαλόγους. Και παρ΄όλα αυτά, όχι μόνο δεν είναι βαριά η ατμόσφαιρά της αλλά αντίθετα, είναι και η πιο ελαφριά της φιλμογραφίας του. Παράδοξο; Όχι. Απλά ο καλύτερος σκηνοθέτης του ελληνικού σινεμά (είναι τέτοιος ακριβώς επειδή) εξελίσσεται…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here