Η Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού: μια ψυχοθεραπευτική συνεδρία με όχημα τον έρωτα

Η Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού, η ταινία του Μισέλ Γκοντρί, σε σενάριο Τσάρλι Κάουφμαν, με κεντρικούς πρωταγωνιστές τους Τζιμ Κάρεϊ και Κέιτ Γουίνσλετ, είναι μια μοναδική ταινία του είδους της, που συνδυάζει δράμα και επιστημονική φαντασία με διάσπαρτα στοιχεία ψυχολογικού τρόμου ενταγμένα σε μια πηγαία ρομαντική ιστορία. Η ιστορία υπογραμμίζει μια βαθιά ψυχοθεραπευτική πορεία, ψηλαφώντας τη μνήμη, το τραύμα, την ενδοσκόπηση, την αποδοχή και τις ανθρώπινες σχέσεις, μέσα από το σπουδαιότερο πρίσμα που μπορεί να τα αναδείξει, τον έρωτα.

Θα ήταν εντελώς άδικο να μην ξεκινήσουμε με μια αναφορά στις καλλιτεχνικές εκφάνσεις της ταινίας. Οι ηθοποιοί είναι όλοι και όλες παρόντες και παρούσες, με ερμηνείες που είναι φυσικές και γειωμένες, ενώ παράλληλα υπηρετούν πιστά το συνολικό όραμα της ταινίας. Η υποτονική και εσωτεριστική, αλλά βαθιά συναισθηματική προσέγγιση του Τζιμ Κάρεϊ και η επιβλητική παρουσία της Κέιτ Γουίνσλετ, που στην πλειοψηφία των σκηνών έρχεται σαν συναισθηματικός οδοστρωτήρας, προωθούν άριστα το μήνυμα που έχουν να παραδώσουν. Ο μεν Τζιμ Κάρεϊ κρατάει τα ηνία της εξιστόρησης μιας και το ταξίδι το ακολουθούμε κυρίως από τη δική του προοπτική – και ορθώς μιας και το χαμηλότερο προφίλ του χαρακτήρα που υποδύεται τον καθιστά πιο εύκολα συμπαθή ώστε να ακολουθήσουμε την ιστορία χωρίς να αποκοβόμαστε από αυτόν – ενώ η Κέιτ Γουίνσλετ προσεγγίζει τον ρόλο τόσο αριστουργηματικά που ενώ ο χαρακτήρας είναι σε πάμπολλες περιπτώσεις στο όριο να γίνει αντιπαθής, αυτό το όριο δεν ξεπερνάται ποτέ. Σταδιακά εκφράζει τόσο εσωτερικευμένο πόνο και ματαίωση που δεν γίνεται να μη γίνουν σεβαστές οι σπαρακτικές κραυγές που εκφράζει με διάφορους τρόπους για δημιουργικότητα, εγγύτητα, συντροφικότητα και αποδοχή, προκαλώντας την κατανόηση του χαρακτήρα και κατ’ επέκταση τη συμπάθεια ή την ταύτιση. Οι δεύτεροι και τρίτοι ρόλοι που πλαισιώνουν τη βασική ιστορία παραδίδονται με τρόπο που δείχνουν τρισδιάστατους χαρακτήρες με στοιχεία που προκαλούν ταυτίσεις και αποκοπές, με τον ίδιο τρόπο που εκτιμούμε τους ανθρώπους για κάποια χαρακτηριστικά τους και τους αντιπαθούμε για άλλα.

Το σενάριο είναι το δυνατό στοιχείο της ταινίας και η παράδοσή του γίνεται με εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο και ευρηματική αφήγηση, η οποία αποφεύγει μαεστρικά τη χρονική γραμμικότητα και αλλάζει τακτικά χρονικά πλαίσια, παίζοντας κατ’ αναλογία με τη συνειρμική σκέψη του μυαλού, το οποίο εξερευνά, χωρίς όμως να προκαλεί σύγχυση στον θεατή. Η μουσική δεν είναι σπουδαία, αλλά συνοδεύει την ταινία χωρίς να υποσκάπτει το μήνυμά της ή να κλέβει την παράσταση, η φωτογραφία είναι ρεαλιστική σε σημείο που μπορεί να φανεί βασική από άποψη φωτισμού και χρωματικής παλέτας, αλλά η επιλογή των κάδρων είναι σταθερά σπουδαία, με ορισμένα εξ αυτών να είναι τόσο εμπνευσμένα που αποτελούν τα ίδια αποχρώσεις καθαρών συναισθημάτων. Πρόκειται για αμερικάνικη παραγωγή, αλλά η σκηνοθεσία έχει μια αίσθηση Ευρώπης, το οποίο δεν είναι και τόσο παράλογο, λαμβάνοντας υπόψη τη γαλλική καταγωγή του σκηνοθέτη. Και πρόκειται για μια σπουδαία σκηνοθετική ματιά, αφού όλα τα στοιχεία της ταινίας συνεργάζονται άψογα συγκλίνοντας προς τον τελικό στόχο.

Για να φανούν λίγο πιο ξεκάθαρα οι θεματικές της ιστορίας και το αριστουργηματικό της περιεχόμενο θα χρειαστεί να την εξετάσουμε έχοντας κατά νου τα επιμέρους στοιχεία της αφήγησης, το οποίο σημαίνει ότι ακολουθούν σπόιλερ. Περιληπτικά λοιπόν, το κέντρο της αφήγησης εντοπίζεται στην ερωτική σχέση μεταξύ του ντροπαλού και συνεσταλμένου Τζόελ Μπάρις και της παρορμητικής και παθιασμένης Κλέμενταϊν Κρουζίνσκι. Τα στοιχεία των δύο χαρακτήρων που προκαλούν τη μεταξύ τους έλξη είναι ταυτόχρονα εκείνα που προκαλούν φθορά και καταλήγουν σε ένα σημείο κορεσμού που προκαλεί την αμφίδρομη και ευθεία συναισθηματική κακοποίηση μεταξύ του ζευγαριού. Μετά τον τελευταίο άσχημο καβγά τους η Κλέμενταϊν αποφασίζει να απευθυνθεί σε μια κλινική μνήμης για να διαγράψει από το μυαλό της τις αναμνήσεις που περιλαμβάνουν τον Τζόελ και ό,τι σχετίζεται μ’ εκείνον. Στη συνέχεια ο Τζόελ ανακαλύπτει την ενέργεια της Κλέμενταϊν, αφού πρώτα διαπιστώνει ότι εκείνη ήδη έχει γνωρίσει κάποιον άλλον, και συγκεκριμένα έναν από τους εργαζόμενους της κλινικής, ο οποίος έχει χρησιμοποιήσει τα προσωπικά αντικείμενα της Κλέμενταϊν και τις ξεχασμένες αναμνήσεις της από τον Τζόελ για να την κάνει να τον ερωτευτεί. Ο Τζόελ, βαθιά πληγωμένος από την απόφαση της Κλέμενταϊν, ανταποδίδει αποφασίζοντας με τη σειρά του να τη διαγράψει κι εκείνος. Αυτή του την απόφαση μετανιώνει στην πορεία, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαγραφής, οπότε και δίνει μάχη για να προστατεύσει την Κλέμενταϊν στις αναμνήσεις του, στην οποία τελικά αποτυγχάνει. Παράλληλα, η Μαίρη, γραμματέας του γιατρού που ανέπτυξε την τεχνική διαγραφής αναμνήσεων μαθαίνει ότι έχει συναινέσει στη χρήση της συγκεκριμένης μεθόδου στον εαυτό της έχοντας πληγωθεί από την κρυφή σχέση της με τον γιατρό, τον οποίο δεν μπορεί να έχει εφόσον αυτός είναι παντρεμένος. Έχοντας πληγωθεί για δεύτερη φορά απ’ τον γιατρό, αλλά με διαφορετικό τρόπο τώρα, καταλήγει ότι η διαγραφή όχι μόνο δεν αποτελεί λύση, αλλά είναι και ανήθικη, και αποφασίζει να ενημερώσει όλους τους ασθενείς αποστέλλοντάς τους αποδεικτικά σε σχέση με τις διαγραφές που έχουν κάνει. Έτσι ο Τζόελ και η Κλέμενταϊν, οι οποίοι στο μεταξύ έχουν ξαναγνωριστεί και φλερτάρουν εκ νέου, μαθαίνουν την αλήθεια για τη μεταξύ τους σχέση και έρχονται σε προσωρινή σύγκρουση, αλλά αποφασίζουν να δοκιμάσουν και πάλι.

Θα μπορούσε να γίνει αναφορά στα επίπεδα θεματολογίας της ταινίας και απόπειρα να εξεταστεί το πρώτο, το επιφανειακό επίπεδο, οδηγώντας στο δεύτερο επίπεδο, που ελοχεύει κάτω από το πρώτο με κατάληξη το τρίτο, κάτω από τα δύο προηγούμενα. Εδώ όμως γίνεται κάτι φανταστικό, καθώς τα επίπεδα αυτά διαρκώς εναλλάσσονται και από εκεί που το πρώτο επίπεδο είναι ο έρωτας, το δεύτερο η μνήμη και το τρίτο η συμμετοχή του τραύματος στη σχέση και η αναπαραγωγή του εντός αυτής, αυτά διαρκώς αναδεύονται, μπλέκονται και αλλάζουν θέσεις καθιστώντας πρακτικά αδύνατο τον διαχωρισμό τους. Έτσι φτιάχνεται μια ανθρώπινη ιστορία με την απαραίτητη συναισθηματική πολυπλοκότητα, όπου αυτό που λέγεται και αυτό που εννοείται δεν είναι μηχανιστικά καθορισμένα.

Ο Τζόελ και η Κλέμενταϊν, βλέπουν ο ένας στον άλλον στοιχεία που τους είναι ελκυστικά ως συμπληρωματικά των δικών τους χαρακτηριστικών. Προσεγγίζουν πολύ γρήγορα ο ένας τον άλλο και ερωτεύονται, σε μια σχέση η οποία πατάει στις προσωπικές τους παθολογίες και καταλήγει σε μεγάλο βαθμό να χαρακτηρίζεται από την κακοποίηση. Η κακοποίηση αυτή είναι ανθρώπινο χαρακτηριστικό και υπάρχει σε κάποιον βαθμό σε όλες τις σχέσεις, αλλά μπορεί να έχει ποιοτικές διαφορές ανά περίπτωση, που αλλάζουν εντελώς την υφή της, και τα παραδείγματα που παραδίδονται στην ταινία είναι άφθονα. Έτσι εντός της ταινίας έχουμε τη σχέση ενός από τους τεχνικούς της κλινικής, του Σταν, με τη γραμματέα Μαίρη, σε μια ανέμελη, μετεφηβική αλληλεπίδραση, στην οποία ο Σταν είναι ερωτευμένος με τη Μαίρη αλλά η Μαίρη είναι κρυφά ερωτευμένη με τον αρχιγιατρό Χάουαρντ Μιέρζβιακ. Ο Σταν τελικά λαμβάνει απόρριψη, αλλά ταυτόχρονα ματαιώνεται και η Μαίρη από τον γιατρό, έναν τύπο που προφανώς δεν είναι ευτυχισμένος στον γάμο του, αλλά αδυνατεί να ξεφύγει από αυτόν και καταλήγει να καλλιεργεί τον έρωτα μιας κοπέλας που τον θαυμάζει για το επιστημονικό του έργο, ερωτικοποιώντας τον θαυμασμό της. Ο γιατρός δεν βάζει κανένα όριο και την αφήνει να τρέφει ελπίδες, και μάλιστα αφότου έχει ήδη λήξει μια φορά με διαγραφή μνήμης η παράνομη σχέση τους. Το όλο πράγμα επιστρέφει στις ίδιες συνταγές της πρώτης φοράς, κάτι το οποίο φυσικά επαναλαμβάνει τη ματαίωση και το τραύμα για όλους τους συμμετέχοντες, τη Μαίρη, τον γιατρό και τη γυναίκα του. Σε ακόμα μια ερωτική ιστορία, σκιαγραφείται μέσω της συναισθητικής ανεντιμότητάς του ένας άλλος εργαζόμενος της κλινικής, ο Πάτρικ. Εκείνος, βαθιά ανασφαλής και βυθισμένος στην ανασφάλεια αυτή, την οποία εκλογικεύει χωρίς πραγματικά να καταλαβαίνει, καταφεύγει – αντί να την κοιτάξει κατάματα – να προσπαθεί να βρει τρόπους να κινηθεί γύρω της. Καθορίζεται εξ ολοκλήρου από την ανασφάλειά του, λειτουργεί με αυτήν ως άξονα και γίνεται κατάφορα παραβιαστικός. Εισβάλλει στην ιδιωτικότητα της Κλέμενταϊν με ύπουλη βία, κλέβοντάς της ένα εσώρουχο γι’ αρχή, ενώ στη συνέχεια εκβιάζει τον έρωτά της με υποκρισίες, προσπαθώντας να χρησιμοποιήσει επιτυχημένες ενέργειες, δώρα και εκφράσεις που έχει βρει από τα κλεμμένα αναμνηστικά της σχέσης της με τον Τζόελ. Υποκρίνεται πως είναι κάποιος άλλος, όσο η μανία του να θάψει τις ανασφάλειές του βρίσκουν παράπλευρα θύματα που θυσιάζει στον βωμό της δικής του επιβεβαίωσης. Αν και η μέθοδός του φαίνεται να δουλεύει στην αρχή η Κλέμενταϊν τελικά τον απορρίπτει, αποτέλεσμα του ότι ο έρωτας είναι κάτι πολύ βαθύτερο από έναν απλοϊκό μηχανισμό. Μπορεί ο Πάτρικ να είπε τα ίδια πράγματα με τον Τζόελ, να έδωσε τα ίδια δώρα και να την πήγε στα ίδια αγαπημένα μέρη, όμως εκείνο που πραγματικά παίζει ρόλο είναι ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος δεν ήταν κατάλληλος, κι αυτό το κατάλαβε σύντομα η Κλέμενταϊν με την ενστικτώδη συναισθηματική της οξύτητα, παρά την παράλληλη τιτάνια σύγχυσή της. Η κακοποίηση που αναπαράγεται στην κύρια σχέση της ταινίας, μεταξύ του Τζόελ και της Κλέμενταϊν, είναι εξαιρετικά σημαντική και θα επιστρέψουμε σε αυτήν στη συνέχεια.

Η διαδικασία της διαγραφής της Κλέμενταϊν από τη μνήμη του Τζόελ είναι μια περιήγηση στον κόσμο των αναμνήσεων. Ξεκινάει από τις επιδερμικές αναμνήσεις, εκείνες που σχετίζονται με τον θρήνο της απώλειας του έρωτα. Ο Τζόελ ταλαντεύεται μεταξύ των σταδίων του θυμού και της άρνησης κι έτσι οι πρώτες αναμνήσεις που ανασύρονται είναι οι αρνητικές, αυτές που του επιβεβαιώνουν το μεταξύ τους χάσμα. Στην πορεία όμως αναπόφευκτα εμφανίζεται και η άλλη όψη της σχέσης τους, εκείνη που έχει ομορφιά, συντροφικότητα, χαρά κι ευδαιμονία. Ο Τζόελ εμφανίζεται πλέον μετανοημένος και αποφασίζει να προστατεύσει την Κλέμενταϊν στη μνήμη του. Προσπαθεί να της βρει καταφύγιο στις πιο απόκρυφες αναμνήσεις του, σ’ εκείνες που έχουν ντροπή, ενοχή, ακύρωση, φόβο ή και πηγαία απόλαυση. Κι αυτό είναι κλειδί, γιατί ξεκλειδώνει μια σημαντική παράμετρο. Ο Τζόελ και η Κλέμενταϊν ερωτεύτηκαν, αλλά οι φόβοι τους, με διαφορετικό τρόπο για τον καθένα, τους εμπόδισαν από το να ανοίξουν τους εαυτούς τους, να σταθούν συναισθηματικά απογυμνωμένοι και να εμπιστευτούν, με αποτέλεσμα τελικά να αλληλοαποκλειστούν και να σαμποτάρουν μια από τις πιο κρίσιμες και απελευθερωτικές διαδικασίες της αγάπης, το ειλικρινές μοίρασμα και τη συμπεριληπτικότητα. Και το μοίρασμα απαιτεί μια μορφή τόλμης. Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος που η αφήγηση από τα μάτια του άτολμου και διστακτικού Τζόελ δουλεύει ακόμα καλύτερα, διότι υπογραμμίζει την απόσταση που επιβλήθηκε λόγω των φόβων του. Πίσω στη διαδικασία της διαγραφής, ο Τζόελ, που δίνει τη μάχη ενάντια στη διαγραφή στο μυαλό του, φαινομενικά αποτυγχάνει να προστατεύσει την Κλέμενταϊν, αλλά η προσπάθειά του δεν είναι εντελώς άκαρπη. Κατάφερε να διαφυλάξει μια υποσυνείδητη τάση, μια μισόλογη υπόσχεση, η οποία όμως είναι αρκετή για να λειτουργήσει ως σπόρος της αναγέννησης του έρωτά τους.

Το γεγονός ότι έχουμε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, ανθρώπους που έχουν ξεριζώσει άλλους ανθρώπους από τις αναμνήσεις τους, αλλά όταν τύχει να τους συναντήσουν ξανά, ως αγνώστους πια, νιώθουν πάλι έλξη είναι ένα σχόλιο αρχικά στον έρωτα και τελικά στις ίδιες τις εσωτερικές διεργασίες και τον ψυχισμό. Ερωτευόμαστε ανθρώπους για τις ποιότητες που διαβάζουμε σε αυτούς και η ανάγνωση αυτή δεν είναι αποκομμένη από τα βιώματα και τις προσωπικές μας ιστορίες. Γιατί ακόμα κι αν μπορείς να διαγράψεις έναν άνθρωπο δεν μπορείς να διαγράψεις την προσωπική ιστορία σου, τον συναισθηματικό σου κόσμο, τις ιδιαιτερότητες, τους φόβους, τους μηχανισμούς και τις ανάγκες που σου δημιούργησε αυτή, και κατά συνέπεια τους λόγους που σε έλκυσαν σ’ εκείνον τον άνθρωπο. Όταν πλέον τους αποκαλύπτεται η πραγματικότητα της αμοιβαίας διαγραφής τους βρίσκονται και οι 2 σε κατάσταση σοκ. Προσωρινά συναποφασίζουν να μπλοκάρουν την ανάπτυξη του νέου τους φλερτ, αλλά πολύ σύντομα εκφράζουν την επιθυμία τους να δοκιμάσουν. Με βιαστική ερμηνεία θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένα σχόλιο στη δεύτερη ευκαιρία. Όμως αυτό είναι εντελώς λάθος, δεν μιλάμε για δεύτερη ευκαιρία εδώ. Εδώ αυτά που παίζονται είναι πολύ βαθύτερα. Η απόφασή τους να ξαναδοκιμάσουν δεν έχει να κάνει με το ότι ήταν κάποτε μαζί. Η απόφασή τους έχει διπλή ανάγνωση, ανάλογα με τον τρόπο που επιθυμεί να την προσεγγίσει ο καθένας, αλλά βασίζεται στο ίδιο φαινόμενο. Η μία ερμηνεία είναι ότι αγνοώντας τα συναισθήματά σου, αποφασίζοντας να τ’ αποφύγεις αντί να τα ζήσεις, δεν διορθώνεις τίποτα και θα καταλήξεις να επαναλάβεις τα ίδια. Η άλλη είναι ότι η δεύτερη σχέση τους είναι διαφορετική από την πρώτη, για έναν απλό λόγο. Μέσα από το ταξίδι της εσωτερικής αναζήτησης διείσδυσαν στα εσώτερα των συναισθηματικών τους κόσμων και άρχισαν να επιτρέπουν ο ένας στον άλλο την ανάπτυξη εμπιστοσύνης και συντροφικότητας. Συνεπώς πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική σχέση. Το γεγονός ότι είναι οι ίδιοι άνθρωποι είναι κυρίως ένα αφηγηματικό εργαλείο.

Σε έναν άλλο βαθμό πρόκειται για μια σπουδή πάνω στην αποδοχή. Όταν ο Τζόελ ζητάει από την Κλέμενταϊν να είναι πάλι μαζί εκείνη αναρωτιέται αν κάτι τέτοιο έχει νόημα, αφού ξέρει ήδη από τις αποκαλύψεις που προηγήθηκαν ότι θα καταλήξουν να μισιούνται όπως την πρώτη φορά. Εκείνος της απαντάει λιτά «οκ», το οποίο είναι και η τελευταία ατάκα της ταινίας, και βάζουν τα γέλια σε κλίμα αμοιβαίας εγγύτητας, εκκινώντας μια νέα σχέση. Αυτό το «οκ» είναι το συμπύκνωμα της αποδοχής των γεγονότων που συνέβησαν, κι αυτό είναι το μόνο που μπορεί να σε απαγκιστρώσει από το παρελθόν και να προσφέρει «καθαρό μυαλό» στο παρόν. Είναι παράλληλα η αποδοχή ότι τίποτα δεν είναι τέλειο, ότι μπορεί όντως να μισηθούν εκ νέου αλλά μπορεί και όχι. Διότι αν το καθαρό μυαλό στο παρόν απαιτεί απαγκίστρωση από το παρελθόν, απαιτεί εξίσου και την αποδέσμευση από τις φοβικές προφητείες για το μέλλον. Ακόμα περισσότερο όμως, σε πιο αφηρημένο επίπεδο, πρόκειται για την αποδοχή του άλλου, ότι αντί να δομήσεις μια συγχωνευτική σχέση μπορείς να κατανοήσεις ότι είστε διαφορετικοί άνθρωποι και αντί να παλεύεις να τον αλλάξεις, να τον αγαπήσεις γι’ αυτό που είναι και να δώσετε το δικαίωμα στους εαυτούς σας να διαφωνείτε ή να διαφέρετε. Και αυτό είναι μια χαρά. Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ο φόβος, αυτός είναι αναπόφευκτος και πιθανότατα απαραίτητος. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ο φόβος του φόβου. Αυτός είναι που κάνει τους ανθρώπους να τρέμουν ότι θα φοβηθούν κι έτσι στηλώνουν τα πόδια, δεν κοιτάνε κατάματα, αγνοούν τα «θέλω» τους, γίνονται άτολμοι, καχύποπτοι και φοβικοί, οδηγούνται στη συνεξάρτηση και αδυνατούν να ερωτευτούν ή ν’ αγαπήσουν. Δεν μπορούν να δουν άλλον άνθρωπο και αναλώνονται σε ατέρμονες σκιαμαχίες με τους εαυτούς τους, όπου δεν χωράει άλλος άνθρωπος, παρά μόνο προς κατανάλωση ή εργαλειοποίηση. Έτσι καταλήγουν κακοποιητικοί προς τους άλλους γιατί πρωτίστως κακοποιούν τους εαυτούς τους, εμμένοντας ξεροκέφαλα στην άρνηση της ιστορίας τους. Όλα αυτά από μια απάντηση 2 γραμμάτων, ένα οκ. Από τα πιο διδακτικά οκ του σινεμά.